Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.

Κυριακή, 27 Δεκεμβρίου 2009

Η ψυχή και το επιχείρημα της φύσει αγαθότητάς της


Το μαρτύριο του Μάξιμου Ομολογητή

           Ο Άρθουρ Σοπενάουερ μιλά κάπου στο βιβλίο του Ο κόσμος ως βούληση και ως παράσταση για τα πολλά εγώ που κρύβει ο καθένας μας μέσα του. Ένας, δυο, τρεις, άπειροι εαυτοί κρύβονται φυλακισμένοι στο σκοτάδι του ασυνειδήτου, σε πλευρές που είναι αφανείς, για να ξεπηδήσουν κάποτε και να μας ξαφνιάσουν. Μία σκέψη ακολουθεί την άλλη, μία άλλη σκέψη έρχεται πάνω στην προηγούμενη και πάει λέγοντας. Ο μικροί θεοί ή δαίμονες διαλέγονται στο εσωτερικό του μυαλού μας. Ο dialogue interiere μπορεί να μην καταλήξει πουθενά. Αλλά ακόμη και εάν οι εαυτοί μας είναι δυνητικά άπειροι, τί μένει μετά το θάνατο από αυτό που ήμασταν; Χάνεται όλο αυτό το δίκτυο του μυαλού, των εμπειριών, των ονείρων και των σκέψεων ή  η ψυχή διασώζεται; Το πρόβλημα της αθανασίας της ψυχής είναι πανάρχαιο. Ο Μάξιμος Ομολογητής που έζησε τον 7ο αι. μ.Χ. φέρνει τρία καταπληκτικά επιχειρήματα υπέρ της αθανασίας της ψυχής: α) Εάν η ψυχή είναι απλή - άποψη που βέβαια αντιτίθεται έως ένα βαθμό προς την θεωρία του Σοπενάουερ περί απείρων εαυτών - τότε είναι και αθάνατη. Ο μοναχός Μάξιμος λέει πως κανένα όν δεν αυτοκαταστρέφεται, αλλιώς δεν θα υπήρχε εξαρχής. Διότι ό,τι φθείρεται, φθείρεται εξαιτίας μίας αντίθετης δύναμης. Έτσι οτιδήποτε φθείρεται είναι διαλυτό, και ό,τι διαλύεται, είναι σύνθετο• το σύνθετο με τη σειρά του είναι πολυμερές και ότι αποτελείται από μέρη, τα μέρη αυτά θα είναι διαφορετικά μεταξύ τους. Ο Μάξιμος όμως επιμένει υπέρ της απλότητας της ψυχής, της ενοείδειας και αδιαλυτότητάς της. Έτσι, αφού είναι όλα αυτά, σε τελευταία ανάλυση η ψυχή είναι ασύνθετη και αποτελείται από ένα βασικό πυρήνα, που δεν μπορεί να μεταλλαχθεί. Για τούτο παραμένει άφθαρτη και αθάνατη. Ωραίο επιχείρημα, εάν δεχτούμε την απλότητα της ψυχής και τη μοναδικότητα της υπόστασης της. Εάν δεν τη δεχτούμε όμως προκύπτουν προβλήματα. Άρα ο Μάξιμος για να στηρίξει το λογικό του σκελετό χρησιμοποιεί εν αρχή κάποιο αξίωμα. Έτσι δούλευε η σκέψη πολλών αρχαίων αλλά και των σχολαστικών εκείνης της εποχής. Τα άλλα δύο επιχειρήματα όμως μπορούμε να τα αποδεχτούμε πιο εύκολα. Έτσι β) ο Μάξιμος λέει, εάν κάτι κινείται χάρη σε κάτι άλλο, τότε δεν έχει τη ζωτικότητα από τον εαυτό του, αλλά εξαιτίας της κινητήριας δύναμης. Θα κινείται λοιπόν όσο διαρκεί αυτή η δύναμη να ενεργεί πάνω του. Όταν σταματήσει η επενέργεια του κινούντος αιτίου σταματά και το ίδιο να κινείται και τότε διαλύεται. Ό,τι όμως δεν κινείται από κάποιο άλλο αίτιο, αλλά είναι αυτοκινούμενο αυτό ποτέ δεν παύει να υπάρχει. Καθώς, όπως λέει ο Μάξιμος, «ακολουθεί γαρ τω αυτοκινήτω, το αεικίνητον είναι», δηλ. ακολουθεί την αυτοκινησία η αεικινησία. Το αεικίνητο και ασταμάτητο, δεν έχει τέλος. Φοβερός συλλογισμός, που οδηγεί να πιστέψουμε ότι επειδή η ψυχή είναι αυτοκίνητη θα είναι και άφθαρτη. Είναι όμως αυτοκινούμενη η ψυχή; Δεν χρειάζεται η ψυχή τη βιολογική υποστήριξη; Όπως, επίσης, έχει και την ανάγκη μία σημαντικής αλληλοδιαπλοκής ανθρώπινων σχέσεων για να τραφεί, να ζωντανέψει και να αναπτυχθεί. Το τελευταίο και τρανότερο επιχείρημα του μάρτυρα καλόγερου στηρίζεται στην πεποίθηση ότι η ψυχή είναι φύσει καλή. Ό,τι φθείρεται, φθείρεται από τη δική του κακία, ενώ εκείνο που δεν φθείρεται από τη δική του κακία είναι άφθαρτο. Το κακό ως αντίθετο του καλού προκαλεί τη φθορά. Η φθορά μεταφράζεται ως κακία του σώματος, δηλ. ως πάθη, νόσοι και θάνατος, ενώ η αρετή του είναι το κάλλος, η ζωή, η υγεία και η ευεξία. Εάν λοιπόν η ψυχή δεν φθείρεται από τη δική της κακία και κακία της ψυχής είναι η δειλία, η ακολασία, ο φθόνος και τα παρόμοια πάθη, που αφαιρούν από την ψυχή την κίνηση και τη ζωή, επομένως η ψυχή θα είναι αθάνατη.
          Ακραίο επιχείρημα που στηρίζεται στη μόνιμη πίστη του Βυζαντινού Χριστιανισμού, ότι η κακία και εν γένει το κακό δεν έχουν οντολογική υπόσταση. Για τον Ιωάννη Δαμασκηνό π.χ. το κακό είναι παρυπόσταση και δεν έχει δική του ουσία. Ολόκληρη η κτίση δημιουργήθηκε λίαν καλά. Το κάλλος και η αγαθότητα είναι εγγενή στον κόσμο και καθετί κακό, όπως η φθορά και ο θάνατος είναι μόνο παρυποστάσεις, δηλ. δεν υπάρχουν πραγματικά. Αλήθεια! Υπάρχει πιο αισιόδοξη άποψη από αυτή; Η θεωρία αυτή θέλει ακόμη και τον αμαρτωλό να τον εντάξει στους κόλπους του χριστιανισμού. Αμφισβητεί την ύπαρξη της αρνητικότητας, της άλλης όψης του νομίσματος. Είναι ένα δόγμα το οποίο βέβαια έχει στηριχτεί σε επιχειρήματα από τους πατέρες της εκκλησίας. Τι πιο εύκολο όμως από το να εξορίζουμε οντολογικά την κακία, να μιλάμε διαρκώς για το καλό και να κλείνουμε τα μάτια μας εμπρός στις απύθμενες αβύσσους αμαρτωλότητας που βρίσκει κανείς μέσα στον κόσμο. Φυσικά ο στόχος είναι ο αντίθετος, το να αγκαλιάσει δηλαδή ο Χριστιανισμός όλη την οικουμένη. Την πείρα του κακού για να φτάσει κανείς σε αγιότερες μορφές ζωής τη μέμφθηκαν στοχαστές, όπως ο Μάξιμος Ομολογητής και ο Ευάγριος ο Ποντικός. Αντίθετα χριστιανοί, όπως ο Ωριγένης και άλλοι αρχαίοι έλληνες, όπως ο Επίκουρος ή ο Πλάτων προϋπέθεταν τη γνώση του κακού πριν να μεταστραφεί κανείς στο καλό. Αν σκεφτούμε όμως πέραν του καλού και του κακού, βλέπουμε αμέσως τα πράγματα στη γυμνή, αυθεντική τους όψη, χωρίς να τους προσδίδουμε εμείς κανένα νόημα ή ευσεβή πόθο. Όποιος κοιτά για πολύ ώρα προς την άβυσσο, έγραψε ο Φρειδερίκος Νίτσε, τότε και η άβυσσος κοιτά μέσα του. Όμως αυτήν ακριβώς την άβυσσο είναι που ο Χριστιανισμός θέλει να υπερνικήσει, μην αναγνωρίζοντας την αυθεντική της ύπαρξη.

Κυριακή, 20 Δεκεμβρίου 2009

Η ΣΟΥΡΕΑΛΙΣΤΙΚΗ ΠΟΛΗ



  Μπορεί κανείς να τριγυρνά σε μία πραγματική πόλη και χρησιμοποιώντας ως αφορμή κάποια αντικειμενικά στοιχεία επενδύοντάς τα με υποκειμενικά χαρακτηριστικά να περνά σε μία άλλη πόλη εντελώς φανταστική μέσα στην ίδια πόλη του, αλλά και πέρα απ’ αυτήν. Τούτη η λειτουργία ή η άσκηση θα λέγαμε ονομάστηκε από τους Σουρεαλιστές αντικειμενικό τυχαίο. Αυτό το στοιχείο μαζί με την αυτόματη γραφή, τον τρελό έρωτα και το μαύρο χιούμορ είναι τέσσερις τρόποι και τεχνικές που χρησιμοποιούσε ο γαλλικός κυρίως σουρεαλισμός. Το αντικειμενικό τυχαίο χρησιμοποιείται εκτενώς π.χ. από τον Λουί Αραγκόν στο έργο του Το χωριό μου το Παρίσι. Εκεί ο Αραγκόν εβρισκόμενος μπροστά σε μία βιτρίνα με μπαστούνια αφήνεται και ονειροπολεί μεταλλάσσοντας έτσι την εικόνα των αισθήσεών του σε κάτι μαγικό και εξωκοσμικό. Οι Σουρεαλιστές περπατώντας στους δρόμους του μεσοπολεμικού Παρισιού έβλεπαν με τα μάτια της ψυχής τους μία άλλη πόλη μέσα στην ίδια πόλη, πέρα απ’ την πόλη. Ο κόσμος της πόλης γι’ αυτούς μεταμορφωνόταν, εφόσον η ποίηση τους δεν απέβλεπε απλώς σε μία καινοτομία με τις λέξεις, αλλά σε μία αλλαγή της ίδιας της ζωής. Η ρηξικέλευθη πολεμική τους προς την παράδοση άφηνε ωστόσο χώρο για κάποιους προδρόμους. Σ’ αυτήν τη γενεαλογία τους οι νέοι αυτοί ποιητές δέχονταν επίσης την αποκρυφιστική, τη μαγική και αλχημική παράδοση, η οποία είχε τις απαρχές της σε πανάρχαιες συνήθειες και τελετές της πρώιμης ανθρωπότητας. Στόχος των Σουρεαλιστών υπήρξε η αισθητική και ποιητική επανάσταση. Χρησιμοποιώντας εκρηκτικά ποιητικά μείγματα, άλλαζαν τους τρόπους έκφρασης πολεμώντας το σύστημα, θέλοντας να ανατρέψουν το συντηρητικό και το αντιδραστικό κατεστημένο. Για τούτο κάποιοι, όπως ο Λουί Αραγκόν, προσχώρησαν στον Μαρξισμό, πού τότε εκπροσωπούνταν από τον Σταλινισμό.                                 



Το αντικειμενικό τυχαίο των Σουρεαλιστών ισχύει και βρίσκεται μέσα στο χώρο της πόλης. Ο ποιητής είναι ανοιχτός και αφήνεται στις προκλήσεις και τα παράξενα συναπαντήματα. Τα τετριμμένα και συνηθισμένα στοιχεία μέσα σε μία όμορφη πόλη γίνονται γι’ αυτόν τρόποι και πύλες για τους κόσμους της φαντασίας. Τότε μπροστά π.χ. σε μία βιτρίνα αρχίζει η ονειροπόληση, και η τεχνική της απόδρασης λειτουργεί τόσο αιφνίδια, όσο αιφνίδια χάνεται. Έτσι η πραγματική πόλη επενδύεται με αλλοκοσμικά στοιχεία, με φανταστικές εικόνες, που βγαίνουν από την προσωπική ζωή του καθενός. Κάποια από αυτά τα στοιχεία είναι ποιητικά και άλλα λιγότερο έντεχνα ή σημαντικά. Σημασία έχει η τέχνη της απόδρασης να σπάσει τα φράγματα και τους φραγμούς, τα όρια και τις οριοθετήσεις, να υπερβεί το κατεστημένο σύστημα που μας περιορίζει, που μας αγχώνει και μας φυλακίζει. Αρκεί να είσαι μόνος ή καλύτερα με κάποια παρέα για να εξασκήσετε την τέχνη της διαφυγής. Τότε μαγικά στοιχεία θα διεισδύσουν στον καθημερινό κόσμο και αυτός θα μεταμορφωθεί μέσα από χίλιες και μία αποκαλύψεις.


Ο κόσμος-πόλη γίνεται έτσι το πεδίο προβολής των επιθυμιών μας. Η πραγματικότητα υπερβαίνεται με στόχο τη μεγαλύτερη πληρότητα. Απαραίτητη προϋπόθεση για τη δίοδο προς την υπέρ-πραγματικότητα είναι η διαθεσιμότητα προς τα σημεία και τους οιωνούς. Τότε θα μπορούσαμε ακόμη και να επέμβουμε τόσο στο ψυχικό εγώ όσο και στον εξωτερικό κόσμο. Το υποκειμενικό στοιχείο αντικειμενοποιείται μεταλλάσσοντας την ίδια την ζωή. Η λειτουργία των συνειρμών χάρη στις συμπτώσεις ανάμεσα στο έξω και το μέσα οδηγεί σε μία απίθανη περιπλάνηση. Ο Λουί Αραγκόν γράφει στο έργο του Το χωριό μου το Παρίσι: «Σε κάθε πλάνη των αισθήσεων αντιστοιχούν τα παράδοξα άνθη της λογικής, οι θαυμαστοί κήποι των παράλογων πίστεων, των παραισθήσεων, των ψυχώσεων και των παραληρημάτων. Εκεί μορφοποιούνται Θεοί άστατοι και άγνωστοι». Έτσι οδηγούμαστε στην αναζήτηση του νέου, του ελεύθερου και του ωραίου. Η πόλη παίζει το ρόλο ενός πλαισίου, όπου το φανταστικό αρθρώνεται πάνω στο πραγματικό και αντίστροφα. Ο ονειρικός κόσμος διεισδύει τότε στην πραγματικότητα, άλλοτε συζευγμένος με αυτήν και άλλοτε έχοντας διαρρήξει κάθε σχέση μαζί της. Ο κόσμος παύει να είναι μονοδιάστατος και πολλές αλήθειες αναβρύζουν, προσωπικές και υποκειμενικές, που τείνουν διαρκώς να εκλογικευτούν. Οι συμβατικοί φραγμοί σπάνε και ελεύθερα οι ψυχικές δυνάμεις χτίζουν πάνω στην οργάνωση του πεδίου της πόλης. Η πόλη για τον Σουρεαλιστή παίζει έναν ρόλο μαγικό, σαν να βρίσκεται αυτός στην αυλή των θαυμάτων. Τότε γίνεται και ο ίδιος θαυματοποιός, αποσπώντας από την πραγματικότητα της πόλης τα στοιχεία εκείνα που εντείνουν τη μυθοποίηση. Εικόνες και όνειρα τον κατακλύζουν προσπαθώντας να βρει ένα νόημα. Η μυθοποιητική λειτουργία του ασυνειδήτου μπορεί και εργάζεται επί του τυχαίου, της σύμπτωσης και της συγχρονικότητας. Οράματα και θαύματα εμφανίζονται εμπρός στον αναζητητή των μυστικών της πόλης. Ψάχνοντας, αλιεύουμε καθημερινά αψεγάδιαστους μαργαρίτες, ρουμπίνια, ζαφείρια και άλλα πολύτιμα πετράδια της φαντασίας. Η συνειρμική ζεύξη του εδώ και τώρα με μία άλλη υπέρ-πραγματικότητα αποφέρει καρπούς περιζήτητους. Τα εφέ, το σασπένς και τη δράση τα βρίσκεις τότε καθημερινά μέσα στην ίδια την καρδιά της πόλης. Παράλληλα είναι και η δική μας καρδιά που χτυπά δυνατά μέσα στο γίγνεσθαι-είναι του κόσμου-πόλης. Τι γυρεύει; Γυρεύει την αυτεπίγνωση, τη δοκιμασία, την πλήρωση, τον έρωτα, την απελευθέρωση, τη διαφυγή. Μέσα στο είναι-γίγνεσθαι της πόλης του κόσμου υπάρχουν όλα τα συστατικά της μαγικής συνταγής. Το να βρίσκω ένα νόημα εκεί που όλα έχουν τελειώσει, εκεί που χάσκει το μηδέν απειλητικά, ιδού το μέγιστο κατόρθωμα που συντελείται από τους αθλητές της πόλης. Είμαστε τότε mutatis mutandis σαν τους μοναχούς, που ασκούνται στο ξεπέρασμα της φύσης, όταν προσβλέπουν στο υπερ-φύσιν,  καθώς πάνω από τη γήινη πόλη αχνοφέγγει μία άλλη ουράνια. Όμως δεν αρκεί μόνο η θέα. Έπειτα ακολουθεί η βίωση του μυστηρίου της περιπλάνησης μέσα και πέρα από τον κόσμο. Η μυστική περιπλάνηση διαρκεί μία ολόκληρη ζωή, καθώς ο κόσμος-πόλη επεκτείνει τα όρια μας, ζωντανεύει τις αισθήσεις μας και θέλγει την ψυχή. Μέσα στην απέραντη μοναξιά του χρόνου γυρεύουμε την πλήρωση, την υπέρβαση, την υπερ-πραγματικότητα και ίσως έναν νοητό κόσμο που σφύζει από ζωή. Ο νοητός κόσμος της πόλης, όντας μέσα και ταυτόχρονα έξω από την πόλη, μας βομβαρδίζει με μηνύματα. Η εξάσκηση αναγνώρισης των μηνυμάτων είναι το έργο το πιο επικίνδυνο αλλά και το πιο καρποφόρο.

Παρασκευή, 18 Δεκεμβρίου 2009

Η ΑΠΟΛΥΤΗ ΣΤΙΓΜΗ ΤΟΥ ΟΝΕΙΡΙΚΟΥ ΧΩΡΟΧΡΟΝΟΥ


Μία φαινομενικά συγκροτημένη, φιλόδοξη και πολύ πρωτότυπη προσπάθεια ερμηνείας της κατάστασης στην οποία βρισκόμαστε όταν ονειρευόμαστε, προτάθηκε από τον άγγλο αεροναυτικό του μεσοπολέμου Τζον Γουίλιαμ Ντάν, στο έργο του Ένα πείραμα με το Χρόνο (1927). Ο Τ.Γ. Νταν προσπάθησε να δείξει μέσω των προσωπικών του εμπειριών, του πειραματισμού σε άλλα υποκείμενα, αλλά και μέσω της πλήρους ανάπτυξης μίας αναλυτικής θεωρίας, ότι όταν πέφτουμε για ύπνο και βλέπουμε όνειρα, τότε στην πραγματικότητα βιώνουμε ένα πέρασμα σε μία συγχρονία, όπου το παρόν, το παρελθόν και το μέλλον συμπίπτουν. Ο Τ.Γ. Νταν, αν και χρησιμοποιεί μία διαδικασία, όσο μπορούσε στην εποχή του περισσότερο επιστημονική, με στατιστικά στοιχεία, σχεδιαγράμματα και πειραματισμό, κατέληξε σε μία θεωρία, όπου συνδέονται ο χρόνος, τα όνειρα, η συνείδηση και η αιωνιότητα. Τόνισε ότι ο παρατηρητής ως υποκείμενο μπορεί να χρησιμοποιεί ανορθολογικά κριτήρια, αλλά η φυσική πραγματικότητα είναι η μόνη γνήσια βάσανος των θετικών και φυσικών επιστημών. Παρ’ όλα αυτά οδηγήθηκε ως προς τα συμπεράσματά του σε μία «μυστική» σύλληψη του χρόνου των ονείρων ως ένα totum simul, μία απολύτως μοναδική και σύγχρονη, αξεδιάλυτη κατάσταση. Προσπάθησε να απαντήσει στο ερώτημα: αφού τα όνειρα δεν είναι γνωστά και δεν ελέγχονται ούτε από τον παρατηρητή, ούτε από τον παρατηρούμενο, τότε από ποιόν ελέγχονται; Ποιος στέλνει τα όνειρα; Μοιάζει λοιπόν, αυτός ο απροσδιόριστος φαινομενικά χρόνος των ονείρων με μία μορφή μυστικής εμπειρίας, μία επαφή με την αιωνιότητα και το θείο. Αυτά τα συμπεράσματα και αυτή η θεωρία δεν είναι καθόλου νέα, εάν σκεφτούμε τον αρχαίο μυστικισμό, όπως αυτόν των Νεοπλατωνικών, του Πλωτίνου ή του Βοήθιου.
Δεν είναι τυχαίο, επίσης, ότι ο Χόρχε Λουίς Μπόρχες είχε περί πολλού το έργο αυτό του Τ.Γ. Νταν, αν και προσπάθησε να ανασκευάσει τη συλλογιστική του. Ιδιαίτερα επέμενε στη regressus ad infinitum των νοητών υποκειμένων-παρατηρητών, που ονειρεύονται περνώντας ο καθένας σε ένα νέο διαφορετικό χρόνο, αφού διακρίνεται ως πρώτος ο ένας χρόνος, δεύτερος ο άλλος, τρίτος ο άλλος και ούτω καθεξής. Οδηγήθηκε έτσι ο Νταν σε μία αθέμιτη τμήση του χρόνου που δεν βοηθά στον στόχο του να αποδείξει την ενιαία φύση του. Ο συγγραφέας πάντως, από όσο μπορεί κανείς να δει στο έργο του, υπερβαίνει αυτό το πρόβλημα με την τοποθέτηση ενός υπέρτατου γενικού παρατηρητή, εντός του οποίου περιέχονται όλα τα όνειρα που ονειρευόμαστε. Επίσης, κατά τον Μπόρχες, ο Νταν θεωρώντας ως δεδομένο ότι τα όνειρα προβλέπουν το μέλλον, πράγμα φυσικά που δεν γίνεται εύκολα πιστευτό, το μέλλον προϋπάρχει σε μία ενιαία μορφή με το παρόν και το παρελθόν στην ονειρική διάσταση, και μετατρέπεται κατά αυτόν τον τρόπο σε μία ακόμη διάσταση του χώρου  – τούτο φαίνεται άλλωστε και από την επιρροή που δέχτηκε από την παρόμοια θέση του Τζώρτζ Χέρμπερτ Ουέλς στο περίφημο μυθιστόρημα του Η Μηχανή του Χρόνου. Έτσι κάθε ατομικό μέλλον γίνεται μία ακόμη γραμμή στον χώρο. Η απειρία του χρόνου, την οποία συσσωρευμένη θα πρέπει να έχει αυτό το στιγμιαίο χρονικό συνεχές, είναι ταυτόχρονα και μία απειρία εκτεινόμενη στο χώρο. Αυτό που αναγνωρίζει ο Μπόρχες ως θετικό και μάλιστα αισθητικά πολύ ευχάριστο στη θεωρία του Ντάν είναι ότι με αυτόν τον τρόπο, όταν ο καθένας μας κοιμάται και ονειρεύεται, γεύεται ήδη από τώρα την αιωνιότητα. Ό,τι ονειρευόμαστε, πλάθοντας μία ιστορία στον ύπνο μας, είναι το άμεσο χθες και το άμεσο αύριο. Μόνο που όλα γίνονται σε μία απόλυτη στιγμή.


Ο Μπόρχες αναφέρεται στον Πλωτίνο, αλλά αδυνατεί να διακρίνει τον συσχετισμό της ονειρικής απόλυτης στιγμής σε σχέση με την ψυχολογία των Εννεάδων, επειδή έχει στο νου του έναν ακίνητο και ψυχρό πλατωνικό κόσμο αρχετύπων. Ο νοητός κόσμος για τον Πλωτίνο ταυτίζεται με το αιώνιο, και όπως στον Πλάτωνα δεν έχει αρχή και τέλος. Ο Πλωτίνος όμως για να ξεφύγει από το χάσμα αιώνιου και έγχρονου καταφεύγει στην «εχρόνωση» της ψυχής, τόσο της ατομικής όσο και της καθολικής. Χάρη στην καθολική θεώρηση του κόσμου ως έμψυχου και ζωντανού όντος η χρονική στιγμή συνδέεται με την αιώνια διάρκεια. Η Ψυχή του Κόσμου κατέρχεται για να δημιουργήσει τον χρόνο, αλλά και –τόσο ως καθολική, όσο και ως ατομική- ανέρχεται για να αφθαρτοποιηθεί στα νερά του Σιλωάμ, κατά τον Γκαστόν Μπάσελαρ (Η εποπτεία της στιγμής). Είναι αυτή η έξαρση και έκσταση της ατομικής ψυχής που μετουσιώνει τον χρόνο σε αιώνια και νοητή ουσία.
Όμως η καινοτομία του Πλωτίνου δεν έγκειται μόνο σε αυτό, εφόσον η Ψυχή του Κόσμου και η Υπόσταση της Ψυχής κατά την καθοδική απορροή των υποστάσεων παράγουν κατ’ ανάγκην τον αισθητό κόσμο, άρα και τον χρόνο. Τελικά η ελευθερία της ψυχής είναι μεγαλύτερη ακόμη και από την ζωή του Νου –όπου εστιάζεται η αιωνιότητα. Η μετάβαση της ψυχής στο Εν συνεπάγεται ακόμη και την υπέρβαση του Αιώνος. Επέκεινα του Όντος και εντός του Αιώνος και του Ενός, η ψυχή εγκαθίσταται για μία στιγμή και μόνο. Η υπέρβαση έχει γίνει και η μυστική εμπειρία «δι-αιωνίζεται».

Τρίτη, 8 Δεκεμβρίου 2009

ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΚΑΤΑ ΤΟΥ ΘΕΤΙΚΙΣΜΟΥ


Ναός της Ανθρωπότητας στη Βραζιλία εμπνευσμένος από τον Θετικισμό του Ωγκύστ Κόντ

Εάν αυτό που είναι απολύτως χειροπιαστό και άμεσα συλληπτό είναι το θετικό, αυτό που λόγω της απολύτως αισθητής προφάνειάς του αποκλείει κάθε παρείσφρηση αμφισβήτησης περί της ύπαρξής του, τότε το ζητούμενο είναι ποιο ή ποια από όλα τα υποτιθέμενα θετικά είναι αυτά που είναι πιο θετικά από τα άλλα, με την έννοια ότι δια της μεγαλύτερης θετικότητας τους καθορίζουν τα υπόλοιπα. Θα πρέπει λοιπόν να υπάρχει ιεραρχία ως προς τη θετικότητα. Αυτή η αναγκαία προσφυγή σε μία ιεραρχία υλικών θετικοτήτων οδηγεί στην οργάνωσή τους για την οποία προκύπτει το ερώτημα εάν διαφέρει σε σχέση με την παραδοσιακή μεταφυσική ιεραρχική οργάνωση του επιστητού, ως προς κάτι άλλο παρεκτός από τη διαφορετική ονοματοθεσία. Πρόκειται για μία ακόμη αντιστροφή, κοντά στις άλλες που συντελέστηκε βέβαια στον 19ον αι. Το περίκλειστο επιστημοφανές θετικιστικό σύστημα του Ωγκύστ Κόντ ονειρεύεται την σύλληψη ενός κόσμου έτσι ακριβώς όπως είναι. Για να εγκαθιδρύσει ένα ακόμη ολιστικό σύστημα με την πρόθεση συμφιλίωσης των ποικίλων επιστημονικών πεδίων, το ταξινομικό εγχείρημα ομογενοποιεί και εξισώνει όρους και αρχές, τη στιγμή που θεωρεί ως μόνη θετική ύπαρξη αυτήν της αισθητής πραγματικότητας. Η υποψία που παρέχει είναι λοιπόν γιατί να θεωρηθεί αντι-μεταφυσική προσπάθεια μία κατεξοχήν θεωρητική απόπειρα οριοθέτησης και νοηματοδότησης, έστω και εάν ασχολείται με επιστημονικά θέματα που αφορούν αισθητά αντικείμενα. Η ίδια η υποψία ότι το σύνολο των μυθολογικών και μεταφυσικών συστημάτων δεν είναι παρά πλάσματα της φαντασίας που κατατρύχει τον θετικισμό, δεν μπορεί παρά να ανακύψει, όταν ανάγονται τα πάντα σε μία υλιστική αναγκαιοκρατία• η προϋπόθεση της επινόησης ενός νέου συστήματος όπου θα εμπερικλείεται όλος ο υλικός κόσμος δεν μπορεί να είναι ο ίδιος αυτός υλικός κόσμος!

ΠΕΡΙ ΤΩΝ ΥΠΟΨΙΩΝ ΤΗΣ ΝΕΑΣ ΕΠΙΣΤΗΜΗΣ ΤΟΥ ΤΖΙΑΜΠΑΤΤΙΣΤΑ ΒΙΚΟ


Ο ιταλός φιλόσοφος Τζιαμπαττίστα Βίκο (1688-1744) παρέμεινε αγνοημένος στην εποχή του, όταν έλαμπε το άστρο του Ντεκάρτ, αν και με βάση το γεγονός ότι χρησιμοποίησε τη φυσική και τα μαθηματικά στη φιλοσοφία μπορεί να συγκριθεί μαζί του. Η συνεισφορά του έγκειται στη συστηματική ερμηνεία των φιλολογικών, μυθολογικών και νομικών δεδομένων που η εποχή του κατείχε για την αρχαιότητα. Ήταν πεπεισμένος ότι μπορούσαν να αποτελέσουν ένα σώμα γνώσεων που υπόκειται σε σταθερούς και αναλλοίωτους κανόνες και αρχές. Το παράδοξο με το έργο του είναι ότι, ενώ εμφανίζεται βέβαιος για τις απόψεις του, προκαλεί συχνά άπειρες υποψίες, που ξεπηδούν από τις περίπλοκες και συχνά φωτεινές ερμηνείες του. Οι υποψίες που θα μπορούσαν να γεννηθούν από τις επτά όψεις της Νέας Επιστήμης είναι: 

α) Η λογική πολιτική θεολογία της πρόνοιας μας υποψιάζει για το αναπόδραστο του περίκλειστου κόσμου και κοινωνίας όπου ζούμε.

β) Η φιλοσοφία περί της αυταρχίας προκαλεί την υποψία για την τυραννική καταγωγή των θεσμών και των σχέσεων εξουσίας.

γ) Η θεωρία περί θεϊκής καταγωγής των ανθρώπινων ιδεών συνδέεται με τη συντηρητική τάση εξαπάτησης στη βάση θεόπεμπτων και υπερφυσικών εντολών, που δεν χρησιμοποιούνταν πάντα με στόχο την προαγωγή των κοινωνιών, ούτε με δημιουργικό τρόπο. Το είδος φιλοσοφικής κριτικής που προωθείται στηρίζεται στη θεωρία περί μεγάλων προγόνων και ηγετών, οι οποίοι έζησαν σε μία εποχή μυθικής και ποιητικής σκέψης. Δεν βοηθά όμως στην κριτική αυτονομία του λόγου, αφού υποτίθεται ότι ενσαρκώνεται σε πρόσωπα περιβεβλημένα την εξουσία.

δ) Η ιδέα πάλι της αιώνιας ιστορίας καταργεί την ιδιαιτερότητα, θεωρώντας ως αιώνια μία εξελικτική πορεία που μπορεί να πάρει άπειρες άλλες μορφές.

ε) Ακόμη ένα σύστημα φυσικού νόμου των εθνών ναυαγεί εμπρός στην αδύνατη προς το παρόν αναγωγή των κοινωνικών νόμων σε τελεσίδικες φυσικές αιτίες.

στ) Τέλος, κάθε προσπάθεια ανακάλυψης της καταγωγής της παγκόσμιας ιστορίας προσκρούει στην αοριστία, λόγω έλλειψης συγκεκριμένων και απτών στοιχείων.

Ο Βίκο εισήγαγε μία θεωρία των κοινωνικών σχέσεων εξουσίας και μία ερμηνεία της καταγωγής τους. Προμηνύοντας τον Μάρξ, τον Νίτσε και τον Φρόιντ, μας υποψίασε ως προς την οπτική μας για τον αρχαίο κόσμο: είδε τη μυθολογία, τους νόμους, τη φιλοσοφία και τους θεσμούς του ως προερχόμενα από μία εποχή βαρβαρότητας. Από αυτήν την άποψη προέβλεψε την ερμηνεία του ιστορικού μέσα από ταξικές αντιθέσεις, αναγνώρισε στον ηρωικό χαρακτήρα των προσώπων των Ομηρικών επών μία μορφή «γενεαλογίας της ηθικής», ενώ φαντάστηκε ένα σχήμα γένεσης του θεσμού της οικογένειας βασισμένο στον pater familias και στην απεριόριστη εξουσία του.



Χρησιμοποίησε τη μαθηματική δομή της σκέψης του για να αποκωδικοποιήσει την αρχαιότητα, όταν την ίδια στιγμή παρουσίαζε μία εκ νέου συμβολοποίησή της. Ακόμη οδηγήθηκε στην πρώιμη απομυθοποίησή της, ενώ τότε αλλά και τώρα ακόμη λειτουργούν εν ονόματί της πάμπολλες εξιδανικεύσεις. Υποψιαζόμενος εντόνως την άβυσσο που έκρυβαν οι πολιτισμένες αρχαίες μορφοποιήσεις, δεν έγραψε μία ακόμη ιστορία, ούτε μία ακόμη φιλοσοφία της ιστορίας: έδωσε το στίγμα μίας απροκατάληπτης και ρηξικέλευθης ανάγνωσης των ριζών τους κόσμου του. Υπονομεύοντας την απλοϊκή πεποίθηση περί του αρχαίου ιδεώδους, σε μία εποχή που το είχε ανάγκη, έπεσε στην αφάνεια. Πάρ’ όλ’ αυτά, νοηματοδοτώντας το σύνολο της ιστορίας, έδωσε στον εαυτό του τη θέση όχι του κριτή, αλλά του αποστολέα ενός αποδομητικού μηνύματος, που καρποφόρησε ιδιαίτερα στη νεωτερικότητα, αλλά και στο σύγχρονο τρόπο πολύσημης θεώρησης του παρελθόντος.