Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.

Κυριακή, 28 Φεβρουαρίου 2010

Αβίαστη και βασανιστική υποψία. Η προσέγγιση του «Κλεμμένου Γράμματος»



Συχνά το αντικείμενο της υποψίας, αν και μοιάζει εκ πρώτης όψεως απίστευτα ισχυρό, και ανθεκτικό σε αυτήν, μπορεί να την παρέχει άμεσα και αβίαστα στον αναγνώστη. Θα ονομάσουμε αυτήν την υποψία, προσέγγιση του «Κλεμμένου Γράμματος», όπως στο χαρακτηριστικό διήγημα του Edgar Allan Poe (The Purloined Letter). Αβίαστη είναι η υποψία όταν τελικά έρχεται η λύση του μυστηρίου και παρατίθεται ο τρόπος που ο ντετέκτιβ έλυσε το μυστήριο. Αβίαστη και βασανιστική είναι όμως εξίσου για τον ένοχο και τον ντετέκτιβ, ενώ είναι μόνο αβίαστη για τον αναγνώστη-θεατή, αφού τα ερωτήματα μένουν έως την τελική λύση για αυτόν μυστηριωδώς αναπάντητα. Ο αναγνώστης-θεατής είναι λοιπόν σε μία προνομιούχο θέση, αφού η λύση έρχεται κατά την πορεία της ανάγνωσης, χωρίς ο ίδιος να κουραστεί διόλου. Αντίθετα με αυτόν, ο ένοχος επιδιώκει το αβίαστα κρυμμένο με βασανιστικό τρόπο, ενώ ο  ντετέκτιβ-αναζητητής επιδιώκει με μύριους κόπους να έρθει η αλήθεια στο φως, και μηχανεύεται μία αβίαστη λύση με βασανιστικό και επικίνδυνο τρόπο. Όμως ακόμη και το γεγονός ότι ήδη από την αρχή ο αναγνώστης μοιάζει να βρίσκεται στο σκοτάδι και αγνοεί τι πραγματικά συμβαίνει, ουσιαστικά αυτή η άγνοια, είναι που λυτρώνει. Είναι μία «σοφή άγνοια» (docta ignorantia), όπως έλεγε ο Nicolaus Cusanus, όταν μιλούσε για την προσπάθεια κατανόησης του υπέρτατου μυστηρίου. Στόχος αυτού του περίπλοκου παιχνιδιού ανάμεσα στον ντετέκτιβ και τον ένοχο υποψίας είναι η άκοπη απόλαυση του αναγνώστη. Η υποψία καλύπτεται τέλεια δια της μη κάλυψής της. Η αντίθεση μοιάζει να μην αγγίζει τον αναγνώστη, ο οποίος αναγνωρίζει στο παράδοξο τη χαρά του να μην γνωρίζει ό,τι θα μπορούσε να γνωρίζει, αλλά είναι τόσο γνωστό, ώστε δεν το γνωρίζει!
Κατά ανάλογο τρόπο, όταν κανείς βρίσκεται αντιμέτωπος με ένα φιλοσοφικό κείμενο μπορεί να επιλέξει είτε την αβίαστη είτε τη βασανιστική προσέγγιση. Εάν επιλέξει την αβίαστη προσέγγιση θα θεωρήσει τις αλήθειες που παρέχονται ως θέσφατα, δεδομένες και παραδεδεγμένες· κοντολογίς προσεγγίζει το σώμα της γνώσης ως τέλεια σχηματισμένο. Αντίθετα, εάν επιλέξει τη βασανιστική προσέγγιση, ίσως σταθεί συχνά και στη θέση του αναζητητή και του ενόχου. Θα είναι ένας γνήσιος αναζητητής, εάν προσπαθήσει να μαντέψει τις προθέσεις και την εκδίπλωση της σκέψης σε όλες τις όψεις και προοπτικές της. Ενώ μπορεί να πάρει τη θέση του ενόχου εάν φορτώσει στο εγώ του το βαρύ φορτίο να αντιπαλέψει με δόλιο και πονηρό τρόπο τη φιλοσοφική σκέψη: εδώ κρύβεται η ψύχωση, η παραπλανητική προβολή του εγώ, η φανταστική ανασκόπηση, η συναισθηματική έξαρση, το ντελίριο, και η τελική διαπίστωση ότι το παιχνίδι είναι στημένο εξαρχής, αλλά και ότι η τάξη υπάρχει μόνο όσο συνεχίζουμε να παίζουμε. Φυσικά, κατά βάθος δεν υφίσταται πια καλό και κακό· στη φιλοσοφική σκέψη δεν υπάρχει καλός ντετέκτιβ και κακός υπουργός, ούτε κάποια κυρία της οποίας η υπόληψη πρέπει να διαφυλαχτεί. Όλα τα παίγνια είναι ανοιχτά, αινιγματικά, ενώ οι λύσεις πάντα προσωρινές. Η λύση του δράματος, η αποκατάσταση μας αφορά όλους, αλλά το ένοχο στοιχείο είναι πια τόσο φανερό, ώστε η αποκάλυψή του δεν παίζει κανένα ρόλο.
Η προσέγγιση του «κλεμμένου γράμματος» αφορά λοιπόν κυρίως τη μορφή, τη μέθοδο που μπορεί να ακολουθηθεί. Δεν είναι στοιχείο της ουσίας, αλλά παρουσιάζεται ως δομική πραγματικότητα, για τούτο αφορά τη δυνητικότητα, τον τρόπο κίνησης της σκέψης από το ένα σημείο στο άλλο, όταν η πράξη δεν την εμποδίζει. Η χαρά του αναγνώστη δεν έγκειται στην ίδια την εύρεση της αλήθειας, αλλά στον τρόπο που αυτή φανερώνεται. Φυσικά, καθαυτό το γεγονός της ύπαρξης της αλήθειας είναι από μόνο του λυτρωτικό και ελπιδοφόρο. Το ίδιο το πράγμα που κρύβεται δια της παρουσίας του, δεν είναι άλλο από το αντικείμενο, το petit objet à, του Jacques Lacan, το οποίο όλοι αναζητούν και επιζητούν να ανακαλύψουν, καθόλου αυτονόητο, αλλά φυσικά και παραδόξως αφύσικα, ευνόητο. Ο πόθος για αυτό υπάρχει διαρκώς μετά και πριν την ανακάλυψή του, μετά και πριν την ύπαρξή του. Είναι το ίδιο μία παγίδα καλοστημένη, φαινομενικά απλή, απλά φανερή, στην οποία η φιλοσοφική σκέψη δεν πρέπει να πέσει. Αντίθετα οφείλει να τη χρησιμοποιήσει, να τη χειριστεί πρόθυμα, να την αποκαλύψει.              

Παρασκευή, 12 Φεβρουαρίου 2010

Η ΑΠΑΝΘΡΩΠΙΑ ΤΩΝ ΠΟΛΕΩΝ ΚΑΙ Η ΔΥΝΑΤΟΤΗΤΑ ΤΟΥ ΑΝΟΙΓΜΑΤΟΣ

«Οι πόλεις, όπως τα δάση, έχουν τις φωλιές τους στις οποίες κρύβονται τα πιο μοχθηρά και πιο φοβερά τέρατα»

Victor Hugo, Les Miserables, Marius, Book VIII, Chapter VI

Το ζητούμενο δεν είναι απλά το γεγονός απόδοσης ρόλων στους ανθρώπους. Το ζητούμενο είναι ακριβώς η απόδοση της ιδιότητας του ανθρώπινου στον άνθρωπο. Οι σημερινές πόλεις, όπου ανθίζουν τα άνθη του πολιτισμού είναι ταυτόχρονα τα σημεία, όπου εμφανίζεται η απανθρωπία, ή ακόμη τερατωδίες, και τα  χάσματα της αβύσσου. Εκεί όπου δεν φτάνει η υποκριτική χριστιανική ηθική, η αστική ψεύτικη αβροφροσύνη και ο κάθε λογής καθωσπρεπισμός, εκεί η ανηθικότητα, η αποξένωση, η εκμετάλλευση, ο εγωισμός, το μίσος συνιστούν στοιχεία εγγενή τόσο στην ανθρώπινη φύση όσο και στις πόλεις, ως κατοικητήρια των ανθρώπων και δημιουργήματά τους κατά εικόνα και ομοίωση. Ο άνθρωπος δημιούργησε την πόλη για να συγκατοικήσει με τους ομόφυλούς του και έτσι να αντιμετωπίσει τους κινδύνους της φύσης. Ωστόσο, δεν ήξερε σε ποία κόλαση εισερχόταν. Διότι δεν είναι μόνο τα αγαθά του πολιτισμού και της πόλης που καρπώνεται και απολαμβάνει, αλλά είναι και η επικίνδυνη πλευρά της ύπαρξης που τείνει ενίοτε να εκδηλωθεί και να τον παρασύρει.
        Το ερώτημα που θέτει η πόλη είναι ένα ανοιχτό ερώτημα. Η απάντησή του είναι εξίσου ανοιχτή και αινιγματική. Τι διακυβεύεται στο παίγνιο του εν τη πόλει βίου; Διακυβεύεται η ευθύνη και η εμμονή του ανθρώπου να αρνιέται τη φύση του. Οι πόλεις εισάγουν σε έναν τρόπο ζωής ανασφαλή και ασφαλή, δηλαδή την ίδια στιγμή έναν τρόπο ζωής με δύο αντιθετικές όψεις. Η ανασφάλεια υπεισέρχεται μέσα από το άγνωστο που ίσως συναντήσεις κάθε φορά που βγαίνεις έξω από το σπίτι σου το πρωί. Η ασφάλεια πάλι εντάσσεται μέσα από τη δυσεύρετη σήμερα δυνατότητα της αλληλεγγύης που ο ένας προσφέρει στον άλλο, είτε από φιλική διάθεση είτε λόγω του κοινωνικού ρόλου του καθενός. Η πόλη προσφέρει διεξόδους και φροντίδα, όσο και αφήνει συχνά τον άνθρωπο μετέωρο, μόνο, ανίσχυρο, απροστάτευτο. Ίσως λοιπόν κάποτε μέσα από την αναζήτηση για τον πρώτο άνθρωπο αναρωτηθεί κανείς: είναι πράγματι ο πολιτισμός των πόλεων ένα τεράστιο βήμα προόδου για την ανθρωπότητα, όταν εκείνος διαβιούσε ανώλεθρος, αγνός και μόνος στις ξηρές πεδιάδες της Αφρικής; Ναι, η πόλη είναι ένα τεράστιο βήμα προόδου που διαρκώς εξελίσσεται. Από την άλλη, όμως, ο πρωτόγονος άνθρωπος έστω και με τα άπειρα προβλήματά του που του δημιουργούσε η σκληρότητα της φύσης γύρω του και μέσα του ήταν ο πρώτος άνθρωπος. Ήταν στην αυγή της προϊστορίας.
         Η γενεαλογία ή αρχαιολογία του ανθρώπινου αφήνει να φανούν όχι μόνο το εκδικητικό μένος της φύσης, αλλά και οι απόκοσμες πλευρές του πολιτισμού των πόλεων. Ο τελευταίος παγκόσμιος πόλεμος ξεκίνησε από ένα από τα περισσότερο πολιτισμένα έθνη της γης, το οποίο χαρακτηριζόταν για τη μεγάλη ανθρωπιστική παιδεία του. Ωστόσο, κατέληξε έπειτα από το τέλος του σε μία νέα παγκόσμια ειρήνη, ενώ η ιστορία, αν και γράφτηκε στη συνέχεια από τους νικητές, ενσωμάτωσε χωρίς να διαλύσει την πολιτιστική παράδοση του Γερμανικού λαού ως κάτι μοναδικά πολύτιμο μέσα στον πολιτισμό της ανθρωπότητας. Τι δείχνει αυτό; Ότι ο πολιτισμός, όπως και η φύση, διέπονται από αναλογίες και νομοτέλειες που έχουν δύο όψεις, μία αρνητική και μία θετική. Είναι αυτή μία θεολογική ερμηνεία; Είναι μόνο εν μέρει θεολογική, γιατί φύση και πολιτισμός θα χαθούν κάποτε και οι δύο, έτσι απλά όπως άρχισαν. Η ιστορία δεν ξέρουμε εάν επαναλαμβάνεται, όμως έχει αρχή και τέλος. Η θεολογική ερμηνεία θα ήταν να δεχτεί κανείς την ευθυγράμμιση και τη συντέλεια. Το ότι ολόκληρο το πάν χάνεται μέσα στο πάν αυτό κανείς και τίποτε δεν μπορεί να το αποτρέψει.
         Η μεταφυσική της πόλης θα ήταν να αποδεχτούμε όχι την αιώνια ανακύκληση ή το άγονο χάσιμο και αφανισμό του παντός, αλλά την πεποίθηση για τη νοητή μετακίνηση και μεταφορά των γήινων πόλεων σε μία μακρινή, αλλά και τόσο κοντινή ουράνια Ιερουσαλήμ. Μιλάμε άραγε για πόλεις της φαντασίας, έναν παράδεισο σε αστρικό χώρο, έναν τόπο έξω από τον τόπο και έναν χρόνο που οδηγεί στην α-χρονικότητα ή για μία εμπειρική παραίσθηση; Όσοι οραματιστές έχουν υποτίθεται παραισθήσεις βλέπουν ουράνιες πόλεις στα σύννεφα κάποιες παράξενες ημέρες. Έτσι εισάγεται το αξιοπερίεργο και το μυστηριώδες στη ζωή και στην πορεία της ιστορίας. Άλλωστε, όλες οι μεγάλες κατακτήσεις, τόσο στην επιστήμη, όσο και στην κοινωνική πραγματικότητα δεν έγιναν από την αναζήτηση κάποιου καινούργιου «χώρου», νοούμενου δηλαδή ως προέκταση του έως τότε γνωστικού χώρου ή πεδίου; Επρόκειτο πάντα για την αναζήτηση μίας νέας ηπείρου, ενός νέου νησιού, ενός νέου είδους ζώου, ενός νέου χημικού στοιχείου, ενός νέου νόμου της φύσης, ενός νέου φαρμάκου, μίας νέας θεωρίας που θα εξηγεί καλύτερα την πραγματικότητα, μίας νέας τεχνικής κλπ. Το διαρκώς έτερον δεν είναι βέβαια πάντα αληθινό. Όλοι όμως αυτό αναζητούν, θέτοντας στόχους και διαβλέποντας ανοίγματα.
         Πού είναι το καινούργιο στο μεταφυσικό άνοιγμα της πόλης; Είναι στο «μήπω είναι» ως δυνατότητα. Διότι κάθε μεταφυσική υποκινείται από το άνοιγμα προς το μέλλον. Μια σοφή ελπίδα, μία συνετή προσδοκία, αλλά και μία εμπειρική ψευδαίσθηση θέλουν το φανταστικό να αντικαταστήσει κάθε αρχή που διαφεντεύει δια του κράτους της πεζότητας και της έλλειψης ποιητικότητας τον κόσμο μας. Εάν είμαστε πράγματι ρεαλιστές και γνήσιοι άνθρωποι πρέπει να ζητάμε το αδύνατο, όπως κραύγασαν οι φοιτητές του Μάη του ’68 στη Γαλλία. Τα συνθήματα στους τοίχους λένε διάφορα περίεργα πράγματα ή υπονοούν κάτι άλλο από αυτό που εκ πρώτης όψεως κατανοείται, όταν δεν είναι συχνά κρυπτογραφημένα. Τα συνθήματα αυτά είναι γραμμένα από χέρια που επιζητούν την άρση της φυλάκισης στα τερατουργήματα των πόλεων. Είναι γραμμένα έτσι ώστε να σοκάρουν και να ξαφνιάζουν. Γράφτηκαν από θιασώτες της προσπάθειας για τη διέξοδο, όπως και τότε στο Γαλλικό Μάη, όταν οι εξεγερμένοι φοιτητές έγραφαν ανατρεπτικά συνθήματα στους τοίχους. Οι νέες γενεές κρατούν στα χέρια τους το μέλλον των πόλεων. Έχουμε υποχρέωση απέναντι στις μελλοντικές γενεές, ώστε να τους βοηθήσουμε και να τους παρωθήσουμε να πετύχουν τη μαζική μετανάστευση στις φανταστικές πόλεις του νοητού και του μη-πραγματικού. Έχουμε υποχρέωση να τους διδάξουμε ό,τι δεν διδάσκεται. Με άλλα λόγια πρέπει να διδαχτεί όχι μόνο ό,τι υποδηλώνεται ή υπονοείται με το παράδειγμα του ανθρώπου δασκάλου, αλλά και ότι δεν υπονοείται, ούτε δηλώνεται με κάποιο τρόπο. Τι είναι αυτό; Είναι η διόδευση στο Εκείσε που θα βοηθήσει τον μαθητή να γίνει κύριος του εαυτού του. Τότε δεν θα χρειάζεται πια τον δάσκαλο, θα γίνει δάσκαλος του εαυτού του.
        Η δυνατότητα ταυτίζεται όχι μόνο με την υπέρβαση του μηδενός, αλλά και με τη γεφύρωση του χάσματος όπου χάσκει η άβυσσος. Ζητάμε τη γεφύρωση που θα μας μεταφέρει και θα μας συνδέσει με την επιλάμπουσα υπερβατικότητα. Πρόκειται για μία ακόμη ψευδαισθησιακή μεταφυσική; Και αρκεί μόνο η ψευδαισθησιακή εμπειρία του εν τη πόλει παιγνίου για την κατίσχυση και μακρινή όδευση στο χώρο όπου δεν υπάρχει χώρος και στο χρόνο όπου δεν υπάρχει χρόνος; Αυτό που όλοι οι παρελθόντες μεταφυσικοί ευελπιστούσαν ήταν η υπέρβαση. Στην εποχή όπου έχουν αποδιαρθρωθεί όλα τα θεμέλια, όταν η φύση έχει φθαρεί, ο θεός έχει πεθάνει, και του ανθρώπου, επίσης, ως υποκειμένου σε σχέση με τις δομές, προαναγγέλθηκε το τέλος, τι μένει να ξαναέρθει ή να εμφανιστεί όχι ως παρουσία – διότι και αυτή έχει καταδικαστεί – , αλλά ως ανάμνηση αυτού που κάποτε ήταν και κάποτε θα είναι; Ο πλατωνισμός της αναμνήσεως των ιδεών είναι μία αλήθεια επιστημονική και όχι μόνο φιλοσοφική. Αναθυμόμαστε ό,τι δεν υπάρχει πια και κάποτε θα υπάρξει και πάλι. Θα υπάρξει ως παρουσία, ως παροντικότητα ή ως μία ακόμη φευγαλέα οπτασία; Ζούμε αυτό το φευγαλέο παιχνίδι (οἷον παίγνιον φεῦγον) στον καιρό της αποδιάρθρωσης και αντλούμε από ό,τι δεν υπάρχει πια μεταφυσικό θάρρος. Η ύλη είναι ένα δικό μας φάντασμα. Ο κόσμος των ιδεών δεν έχει παρουσία. Η τεχνολογία ξεκινώντας από την τεχνική, η οποία άντλησε τη δύναμή της από την αρχαιότητα ακόμη, παρέχει διευκολύνσεις, διαφυγές, δομές και υπερβάσεις. Ο ορίζοντας της τεχνικής είναι μακρύς. Αποτελεί άραγε αυτή, δηλαδή η τεχνική, την υλοποίηση της μεταφυσικής; Και εάν ναι, τι απέγινε το αυθεντικό γεγονός των σχέσεων, ως κοινωνική πραγμάτωση; Το υλικό υπόβαθρο που η τεχνική και η επιστήμη ανατέμνει, επεξεργάζεται και μορφοποιεί είναι μία ακόμη μη-πραγματικότητα. Ωστόσο, η τεχνική αντλεί από αυτόν το μεγάκοσμο των ιδεών που υπάρχει έξω από εμάς, αλλά και από το νοητό κόσμο που ο καθένας από εμάς αποτελούμε. Η τεχνική είναι μία διανοητική προσπάθεια να καθοδηγηθεί το ανθρώπινο υποκείμενο μέσα από τη μηχανοποίηση των πάντων και να ξαναβρεί τη θεϊκή πληρότητα της ομοίωσης με το θείο. Η μηχανή είναι ο νέος ορίζοντας. Οι άνθρωποι-μηχανές δεν αποτελούν γρανάζια του συστήματος, ούτε υπό-ανθρώπινα όντα ή cyborg• αποτελούν ή μάλλον θα αποτελέσουν το υπέρ-ανθρώπινο μέλλον του ανθρώπινου. Όπως οι θεοί, τους οποίους σκοτώσαμε, αποτελούσαν την υπέρβαση του ανθρώπινου ως μία δική του επινόηση, έτσι και οι μηχανές αποτελούν και θα αποτελέσουν μία ανθρώπινη επινόηση που θα οδηγήσουν σε μία νέα υπέρβαση.