Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Existentialism. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Existentialism. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟ-ΒΕΒΑΙΩΣΗ


"Ο Οδοιπόρος" του Ιερώνυμου Μπος,
Μουσείο Boymans-van Beuningen, Ρότερνταμ. 
"O Οδοιπόρος" 
ταλαντεύεται ανάμεσα σε επιλογές, την αρετή,
την κακία ή την επιστροφή στην οικία του. 

Η αποσύνδεση της επιστροφής στην
"φίλην ες πατρίδαν" (κατά την πλωτίνεια φράση)

από την αρετή υποδηλώνει 
ότι η γνώση δεν έχει πλέον σταθερό μεταφυσικό
έρεισμα.

«Πολλές φορές ξυπνώ έξω από το σώμα στον εαυτό μου…»
Πλωτίνος, Ἐννεάδες, IV.8.1.1-11.



Ο Ιερός Αυγουστίνος αναφέρθηκε στη σιωπηλή ανάγνωση στο έργο του Εξομολογήσεις (Confessiones), όταν περιέγραψε τον τρόπο που διάβαζε ο επίσκοπος Αμβρόσιος στην οικία του. Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας η ανάγνωση κυρίως γινόταν μεγαλόφωνα. Πού οφείλεται λοιπόν το νέο έθος; Προφανώς στο χάραγμα μίας νέας εποχής, που χαρακτηρίζεται από την ανακάλυψη του υποκειμένου.  
Νομίζω όμως πως το αφετηριακό σημείο της ανακάλυψης της εσωτερικότητας βρίσκεται ήδη στο έργο του Πλωτίνου. 
Η έννοια του υποκειμένου, προερχόμενη από την εποχή του Πλωτίνου και του Αυγουστίνου, αναδύθηκε στην επιφάνεια της ιστορίας ως το θεμέλιο της γνώσης και της σκέψης. Στα νεώτερα χρόνια μοιάζει να μη συνδέεται με την αμφισβήτηση, αφού αφορά πρωταρχικά τη βεβαιότητα της ύπαρξης. Αν και αιτία της σκέψης μπορεί να είναι η αμφισβήτηση, ο Ρενέ Ντεκάρτ διακήρυξε περίτρανα τη βεβαιότητα της ύπαρξης ως σκέψη του υποκειμένου. Το θέμα δεν είναι εδώ να επιβεβαιώσουμε εκ νέου τον περίφημο συλλογισμό του Ντεκάρτ και να πούμε ότι η σκέψη που βεβαιώνει την ύπαρξη προϋποθέτει έναν βαθμό αμφισβήτησης και ότι δεν θα οδηγείτο σε αυτό το στάδιο της βεβαιότητας πριν αμφισβητήσει τα πάντα. Το θέμα είναι να δούμε τη μετατόπιση σε έναν «μονισμό του υποκειμένου», που αν και αναγνωρίζει την ύπαρξη του Θεού, δεν στηρίζεται πλέον σ' Εκείνον, αλλά στο εγώ. Ό,τι έρχεται σε αντιπαράθεση με τη θέση του Ντεκάρτ είναι ότι η αμφισβήτηση δεν στηρίζεται πουθενά, εφόσον αμφισβητείται κάθε βεβαιότητα, πέφτοντας στην παγίδα του εγώ που επιζητεί μόνιμα την αυτο-βεβαίωσή του. Μέσω της αμφισβήτησης επιζητείται η ανυπαρξία του εγώ ή ο πολλαπλασιασμός του.
Ο Πλωτίνος προσέδωσε στην εσωτερικότητα μία μυστικιστική, αλλά και έλλογη διάσταση, βαδίζοντας στα ίχνη του Πλάτωνα. Όμως ενώ στο έργο του Πλάτωνα η φιλοσοφία είχε κοινωνικο-πολιτική σημασία, κατά τον Πλωτίνο η εσωτερικότητα εγκαθιδρύεται ως η κατεξοχήν φιλοσοφική όδευση. Ο Πλωτίνος θεώρησε τον εσωτερικό κόσμο όχι μόνο πηγή δυνατοτήτων, αρμονική δομή σε συνάφεια με το περιβάλλον, αλλά και έναν θαυμαστό χώρο, όπου ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τον εαυτό του. Τίποτε πια δεν μπορεί να υπάρξει σε σχέση προς τον άνθρωπο χωρίς τη διαμεσολάβηση της εσωτερικής διάστασης. 
Από τη μία πλευρά προϋποτίθεται η λογική ενάσκηση του πνεύματος, από την άλλη πλευρά υπερβαίνεται το εχέγγυο της λογικής εν όψει της προσέγγισης του Θεού. Η επανεύρεση του αληθινού εγώ κατά τη θρησκευτικο-φιλοσοφική εμπειρία εντός των νοητών, συμπίπτει με μία κίνηση εσωστρέφειας. Η κίνηση αυτή δεν αφορά τον χωροχρόνο του κόσμου, αλλά το άχωρο και άχρονο του εσωτερικού εαυτού, εγκαθιδρυμένη ως έλλαμψη στην αιωνιότητα. Παράλληλα εκδιώκεται από και μορφοποιεί τον κόσμο του γίγνεσθαι, όπου η αμφισβήτηση είναι διάχυτη και η κίνηση της σκέψης αναλώνεται στη μάταιη προσπάθεια της αυτο-βεβαίωσης. Ανακούφιση και σωτηρία βρίσκουμε μόνο εντός μας, όταν η ατομική βεβαίωση συμπέσει με τη βεβαιότητα του θεϊκού. Έτσι, αντίθετα από ότι σημείωσε ο Πλωτίνος, η έγερση των αμφιβολιών μέσα στον εαυτό δεν αφορά πάντα την ενδυνάμωση, αλλά την αναίρεση της αυτο-βεβαιότητας.
Κατά τον Πλωτίνο, ο Νους συνιστά μία ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα, όταν σκέφτεται τον εαυτό του. Παρόλα αυτά ο διαχωρισμός στο επίπεδο του Νου δεν υφίσταται, αφού τελικά όταν αντικρίσει το ίδιο το Εν, δηλαδή τον Θεό, δεν είναι πια δυο, αλλά ένα. Το παράδειγμα που φέρνει ο Πλωτίνος είναι αυτό του αναγνώστη, ο οποίος λειτουργεί καλύτερα διαβάζοντας, όταν δεν έχει συνείδηση ότι διαβάζει (οὐ γὰρ τὸν ἀναγιγνώσκοντα ἀνάγκη παρακολουθεῖν ὅτι ἀναγιγνώσκει καὶ τότε μὰλιστα,  ὅτε μετὰ τοῦ συντόνου ἀναγιγνώσκει – Ι.4.10.24-26). Γίνεται φανερή η ομοιότητα του παραδείγματος του αναγνώστη που φέρνει ο Πλωτίνος για να δείξει την τάση του Νου προς την ενότητα, σε σχέση με την αναφορά του Αυγουστίνου στον δάσκαλό του Αμβρόσιο που διάβαζε σιωπηλά. Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται πια να παρακολουθεί τον εαυτό του, δηλαδή να έχει συνείδηση ότι διαβάζει• βέβαια το πιο πιθανό είναι ότι εδώ η ανάγνωση την οποία είχε κατά νου ο Πλωτίνος γίνεται φωναχτά, αλλά η τάση εσωτερίκευσης του αναγνώστη φανερώνεται με την έμφαση στην έλλειψη παρακολούθησης του εαυτού, δηλαδή της προσοχής.
Ωστόσο, μία άμεση διαπίστωση είναι πως για να κατορθωθεί η ανακάλυψη αυτή ή και ως παρεπόμενό της, προϋποτίθεται η στροφή προς μία πρωταρχική πραγματικότητα που ταυτόχρονα βρίσκεται εμπρός ως συνεχώς μετατιθέμενο όριο. Το ίδιο το εγώ αναγκάζεται να αιτεί την αυτο-βεβαίωση. Βιώνοντας τη διάχυτη αμφιβολία του κόσμου των αισθήσεων, αμφισβητώντας ακόμη και τον εαυτό του, στοχαζόμενο διαρκώς περί της ύπαρξης του θεϊκού, χωρίς καμία αληθινή βεβαιότητα, έρμαιο ενός πολύπαθου σώματος, αναζητά, χωρίς τέλος, την πορεία που θα το οδηγήσει στην αληθινή έκσταση.  

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

ΟΙ ΟΥΤΟΠΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ



        Από την αρχαιότητα οι άνθρωποι ονειρεύονταν ουτοπίες, τις οποίες τοποθετούσαν σε ένα φανταστικό παρελθόν, σε άλλες διαστάσεις ή στο απώτερο μέλλον. Για ένα τέτοιο ουτοπικό όνειρο, όσον αφορά το μακρινό παρελθόν μίλησε ο Ησίοδος. Αυτός ονειρεύτηκε το χρυσό γένος των ανθρώπων που πρωτόπλασαν οι Ολύμπιοι Θεοί. Αυτή η γενιά ζούσε στη γη, όταν βασιλιάς του ουρανού ήταν ο Κρόνος. Οι άνθρωποι περνούσαν τη ζωή τους σαν θεοί, ξένοιαστοι χωρίς βάσανα και στεναχώριες. Δεν γνώριζαν τα γηρατειά, αλλά ήταν πάντα νέοι και δυνατοί στο σώμα, γλεντώντας σε συμπόσια, όντας μακριά από όλα τα κακά, ενώ, όταν κοιμόντουσαν, λησμονούσαν τα πάντα. Χαίρονταν κάθε καλό στον κόσμο και η ζωοδότρα γη ανέδινε επιπλέον καρπούς από μόνη της. Χαρούμενοι ζούσαν λοιπόν – όπως λέει ο Ησίοδος - ήσυχοι στα χωράφια τους, μέσα στα πολλά αγαθά τους, πλούσιοι σε γιδοπρόβατα και φίλοι των μακάρων θεών ( Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 109-120): «Χρυσέον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων/ ἀθάνατοι ποίησαν Ὀλύμπια δώματ’ ἔχοντες./ Οἵ μὲν ἐπὶ Κρόνου ἦσαν, ὅτ’οὐρανῷ ἐμβασίλευε•/ ὥστε θεοὶ δ’ἔζωον ἀκηδέα θυμόν ἔχοντες,/ νόσφιν ἄτερ τε πόνων καὶ ὀϊζύος• οὐδέ τι δειλὸν/ γῆρας ἐπῆν, αἰεὶ δὲ πόδας καὶ χεῖρας ὁμοιοι/ τέρποντ’ἐν θαλίῃσι κακῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων•/ θνῇσκον δ’ὤσθ’ὕπνῳ δεδμημένοι• ἐσθλὰ δὲ πάντα/ τοῖσιν ἔην• καρπόν δ’ἔφερε ζείδωρος ἄρουρα / αὐτομάτη, πολλόν τε καὶ ἄφθονον• οἱ δ’ἐθελιημοὶ/ ἥσυχοι ἔργ’ἐνέμοντο σὺν ἐσθλοῖσιν πολέεσσι,/ ἀφνειοὶ μήλοισι, φίλοι μακάρεσσι θεοῖσι».
           Γίνεται φανερό ότι αυτή η ουτοπία έχει την τάση να οδηγήσει σε μία φυγή από τη μίζερη καθημερινότητα και να παρηγορήσει τον αναγνώστη ή τον ακροατή, μέσα από την αφήγηση ενός φανταστικού γεγονότος. Υποτίθεται ότι κάποτε υπήρχε (ή θα υπάρξει) μία ήσυχη και ευτυχισμένη εποχή, όπου όλα βαίνουν καλώς και όλα τα προβλήματα είναι λυμένα.
           Ο Οβίδιος, στο 1ο βιβλίο των Μεταμορφώσεων, αναφέρεται σε μία χρυσή εποχή, φρέσκια και νέα και με τέτοιο τρόπο κανονισμένη χάρις στην αυθόρμητη καλοσύνη, χωρίς τον καταναγκασμό των νόμων ή τον φόβο της τιμωρίας, ώστε η πίστη διατηρούνταν και ο ένας φερόταν στον άλλο με εντιμότητα, δικαιοσύνη και γενναιοδωρία (Metamorphoses, 1.89-1.93): «Aurea prima sata est aetas, quae vindice nullo,/ Sponte sua, sine fidem rectumque colebat./ Poema metusque aberant, nec verba minantia fixo/ Aere legebantur, nec supplex turba timebat/ Iudicis ora sui, sed erant sine vindici tuti».
           Όμως φανταστικές και ουτοπικές πολιτείες ξετυλίχτηκαν αργότερα σε αναγεννησιακά οράματα, όπως Η ουτοπία του Τόμας Μούρ (από τον οποίο δημιουργήθηκε η λέξη, που σημαίνει τον μη-υπαρκτό τόπο) ή Η πολιτεία του Ήλιου του Τομάσο Καμπανέλλα και η Νέα Ατλαντίδα του Φράνσις Μπέηκον. Πρόκειται για προτάσεις που δεν στηρίζονται μόνο στη φιλοσοφία και τη θεολογία, όπως π.χ. η Πολιτεία του Θεού του ιερού Αυγουστίνου του 4ου αι. μ.Χ. Αντίθετα αναφέρονται σε κοινωνικά αιτήματα που προσβλέπουν την ίδια στιγμή σε μία οντολογική και αξιολογική διαχρονικότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, σε όποιο βαθμό και εάν ισχυρίζονται ότι πρόκειται για περιγραφές του τέλειου και του ιδανικού, εμπεριέχονται στον ιστορικό ρου και έχουν πλήθος ατέλειες. Χρησιμοποιούν ανθρώπινα μέτρα και σταθμά, επομένως είναι φυσικό να μην μπορούν να επιτύχουν το στόχο τους. Ο ίδιος ο Μουρ ονομάζοντας τον ήρωά του Ύθλοντέη, εκ του ελληνικού «ύθλος», που σημαίνει μωρολογία, ειρωνεύεται και υπονομεύει ο ίδιος το ουτοπικό του κατασκεύασμα. Οι αρχές πάνω στις οποίες στηρίζονται οι κάτοικοι της ουτοπίας του Μουρ, αν και προτείνουν τον αλληλοσεβασμό, την αλληλοβοήθεια και την αγάπη των αληθινών ηδονών της ζωής, που μπορούν να παρέχουν η Τέχνη ή η διανόηση, παρ’ όλα αυτά, ενέχουν στοιχεία συντηρητικά, όπως η διατήρηση της σκλαβιάς και η επιβολή κανόνων εκεί όπου δεν υπάρχει λόγος. 
         Η ουτοπία του Καμπανέλα θυμίζει την προηγούμενη χρονολογικά ως προς την ίδια Ουτοπία του Μουρ - όπως και την Πολιτεία του Πλάτωνα - αλλά τώρα ο αναγεννησιακός άνθρωπος δεν περιορίζεται στον καθορισμό των ανθρωπιστικών και διανοητικών αρχών μέσω των οποίων ζει. Προχωρά στον καθορισμό των όρων της πράξης• ακόμη μέσα στην περιγραφή αυτής της ουτοπικής Πόλης του Ήλιου εμπεριέχονται γοητευτικά διδάγματα που θέλουν να αναδείξουν την ομορφιά της γνησιότητας της ύπαρξης. Οι άνθρωποι εκεί «είναι πλούσιοι επειδή δεν θέλουν τίποτα, φτωχοί επειδή δεν κατέχουν τίποτε και δεν είναι σκλάβοι των περιστάσεων αλλά οι περιστάσεις τους υπηρετούν». Το ασκητικό ιδεώδες συνδυάζεται με ένα ήθος, που βασίζεται στην παραδοχή μίας ανθρώπινης ουσίας ανεξάρτητης από τη μεταβλητότητα των συνθηκών της ζωής. Η επιρροή της αρχαιότητας και η προσπάθεια αναβίωσής της είναι εδώ έκδηλες. Όμως παράλληλα εκφράζεται το άνοιγμα σε νέους κόσμους και δίδεται έμφαση στην ανθρώπινη εφευρετικότητα. Η περιγραφή της ομορφιάς της μηχανοποίησης και της εξέλιξης της τεχνικής, οι οποίες χαρακτηρίζονται, επίσης, από χρησιμότητα που βοηθά την πρακτική ζωή, υπάρχουν έντονα και στην ουτοπία του Μπέικον, Νέα Ατλαντίδα, απορρέοντας από το φιλοσοφικό-επιστημονικό του έργο.
          Ένας σουηδός συγγραφέας του 17ου αι., ο Εμανουέλ Σβέντεμποργκ, οραματίστηκε μία υπερφυσική ουτοπία. Πίστεψε ότι έβλεπε τον κόσμο του ουρανού καθώς και τα θαυμαστά πράγματα που υπάρχουν σε αυτόν, όπως και στον κάτω κόσμο, συνομιλώντας με τους αγγέλους. Ήταν εμβριθής επιστήμονας και έγραψε στα λατινικά δεκάδες τόμους που αφορούν τον αιώνιο κόσμο μέσα σε μυστικιστική έξαρση, εμπνευσμένος από την Αγία Γραφή. Παράτησε όλες τις άλλες επιστήμες για να επιδοθεί στη συγγραφή παράξενων θεολογικών πραγματειών. Έτσι έγραψε για ό,τι υφίσταται στον ουράνιο κόσμο, για τον τρόπο συμπεριφοράς των αγγέλων, τη μορφή τους, τις συνομιλίες τους, τη σκέψη τους. Μίλησε για το πως είναι οι άνθρωποι στον ουρανό και τους φαντάστηκε σαν μία κοινωνία νοημόνων όντων με ιεραρχία και τέλειους νόμους. Ήταν ένας θαυμαστός άνθρωπος με ιδιαίτερες ικανότητες, όπως τηλεπάθεια και μαντική προγνωστική δύναμη, δημιούργησε δική του εκκλησία που συνεχίστηκε και μετά το θάνατό του. Η πολιτεία του Σβέντεμποργκ τοποθετείται στον ουρανό, όπου οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση μόνο μετά θάνατον. Αν οι ουτοπίες του Ησίοδου και του Οβίδιου είναι απρόσιτες, γιατί δεν υπάρχουν πια, και οι ουτοπίες των Μουρ, Καμπανέλα και Μπέηκον δεν υπήρξαν ποτέ, η ουτοπία του Σβέντεμποργκ δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. 
           Πόλεις της ουτοπίας εξιδανικευμένες και εφιαλτικές πόλεις. Οι φανταστικές μητροπόλεις των ανθρώπων στοιχειώνουν τα όνειρά τους. Η Ικαρία του Ετιέν Γκαμπέ ή το Κοιτώντας προς τα πίσω του Έντουαρντ Μπέλαμι είναι απόπειρες που έγιναν κατά τον 19ον αι. να συγκροτηθούν ουτοπίες στη βάση μίας συλλογικής σύμβασης για την οργάνωση της κοινωνίας. Η στρατικοποίηση, η αυστηρή χωροταξία ή η εθνικοποίηση όλων των κοινωνικών λειτουργιών και αγαθών είναι κάποιες ουτοπικές προτάσεις που εισχωρούν εντελώς στον χώρο του ολοκληρωτισμού. Αποτελούν ακόμη εγχειρήματα φανταστικής δόμησης του πραγματικού που δεν παίρνονται στα σοβαρά. Ακόμη χειρότερη ήταν η πρόταση του Τζέιμς Μπάκινγχαμ, ο οποίος προσπαθώντας να αναδομήσει το κοινωνικό σύνολο κατασκεύασε μία ουτοπία πάνω σε οικονομική βάση. Πολλές από τις ουτοπίες του 19ου αι. είναι ουτοπίες αναδόμησης. Μέσα στο κλίμα της βιομηχανοποίησης δεν βλέπουν την κοινή σε όλους δυνατότητα της δημιουργίας, αλλά μόνο την καταναλωτική και οικονομική πλευρά του ανθρώπινου. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, όπως η πρωτότυπη ουτοπία του Τσάρλς Φρανσουά Μαρί Φουριέ, ο οποίος οραματίστηκε την προσπάθεια εναρμόνισης τριών επιπέδων: α) τη βιομηχανική κατάκτηση του υλικού κόσμου, β) την κοινωνική αρμονία που θα προκύπτει από την ισορρόπηση των παθών δια της ηθικής και γ) το νοητικό πεπρωμένο μέσα από την ανακάλυψη της τάξης και της συγκρότησης του όλου. Το απογοητευτικό με πολλές από τις ουτοπίες της βιομηχανικής εποχής είναι ότι όχι μόνο σκοπεύουν στην αναμόρφωση, αλλά και ότι δεν βλέπουν τίποτε άλλο από το μέλλον παρά μία ακόμη προσθήκη επινοήσεων και εφευρέσεων. Στον 20ο αι. υπάρχει επίσης πλήθος ουτοπιών αρχής γενομένης από τις φανταστικές ουτοπίες του Τζόρτζ Χέρμπερτ Ουέλς, ο οποίος κατέγινε με τη συγγραφή σύντομων ιστοριών επιστημονικής φαντασίας. Συχνά οι ουτοπίες του προηγούμενου αιώνα γίνονται σκοτεινές, η μηχανοποίηση που υπήρχε στον 19ον αι. εντείνεται και ο κόσμος των μηχανών κάποτε κυριαρχεί, όπως στο μελοδραματικό μυθιστόρημα φαντασίας του Τσέχου Κάρελ Τσάπεκ, Ρ.Ο.Ρ Τα οικουμενικά ρομπότ του Ρόσουμ (R.U.R. Rossum’s Universal Robots, 1921), από τον οποίο προήλθε και η λέξη «ρομπότ». Το έργο αυτό του Τσέχου συγγραφέα μπορεί να συγκριθεί με τα φανταστικά μυθιστορήματα του Άλντους Χάξλευ και του Τζόρτζ Όργουελ, όπου ο κόσμος του μέλλοντος φαντάζει σκοτεινός και τόσο καλά οργανωμένος, ώστε γίνεται ολοκληρωτικός. Αυτό οφείλεται στο γεγονός της απόλυτης αδυναμίας του ανθρώπου να προβλέψει το μέλλον, καταφεύγοντας έτσι στην εύκολη ολοκληρωτική διαμόρφωσή του από τη διάνοια, πράγμα βεβαίως που διαρκώς διαψεύδεται από την επερχόμενη πραγματικότητα. Συλλαμβάνουν ή όχι οι ανθρώπινες ουτοπίες κάτι από την πραγματικότητα του μέλλοντος; Φτάνουν μόνο οι καλές προθέσεις των δημιουργών τους για να δικαιωθεί η ύπαρξή τους; Ένα άλλο βασικό ερώτημα είναι, επίσης, εάν συνεισφέρουν στον προσδιορισμό έστω και εν μέρει μίας υποτιθέμενης ανθρώπινης ουσίας ή φύσης, με όποιο τρόπο και εάν νοείται αυτή.
           Πέρα από την επιμέρους ύπαρξη, υπάρχει και η αιώνια ανθρώπινη φύση, όπως έγραφε ο Θουκυδίδης στο προοίμιο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Εάν ο στόχος στις ουτοπίες καθορίζεται ως το μη πραγματικό, τότε παραγνωρίζεται η φθαρτότητα και το ευμετάβλητο της ανθρώπινης ιστορικής ύπαρξης, μέσα από το αίτημα μίας τακτοποιημένης και ικανοποιημένης ανθρώπινης ουσίας ή φύσης. Στο βαθμό που η ανθρώπινη ύπαρξη παραμένει ρευστή, πάντα επιρρεπής τόσο προς το καλό, όσο και προς το κακό, οι ανθρώπινες αμάχες θα συμβαίνουν πάντοτε, ανεξάρτητα από την ειρηνική ή άγρια επιβολή οποιασδήποτε ουτοπίας που προσβλέπει αδίκως στο διαχρονικό. Είναι δυνατόν να οριστεί αυτή η ανθρώπινη φύση ή ουσία; Όχι, διότι η φύση ή η ουσία του ανθρώπου είναι μυστηριώδης, πολύτροπη, ανυπότακτη στις τελεσίδικες περιγραφές και ορισμούς. Στο βαθμό πάλι που η κοινωνία και η πολιτιστική οργάνωση διαμορφώνουν επί του επιπέδου του ιστορικού χρόνου την ψυχολογία και τη νοοτροπία του ανθρώπου κάθε εποχής, για ποιά αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση μιλάμε; Πρέπει ίσως να κάνουμε έναν διαχωρισμό, όπως ο φιλόσοφος Ζ.Π. Σαρτρ και εν γένει οι υπαρξιστές για μία φύση που προηγείται της ύπαρξης και να προσπαθήσουμε να της αποδώσουμε ιδιότητες. Σίγουρα όμως οι ιδιότητες αυτές θα είναι τόσο αντιφατικές εξαιτίας του πολυσχιδούς χαρακτήρα της, που θα ήταν σαν να αερολογούσαμε. Έτσι θα προχωρούσαμε στο διαχωρισμό της ύπαρξης ως μεταβλητής πραγματικότητας του ανθρώπου από την ουσία ή φύση, νοούμενη ως αμετάβλητη αναγκαιότητα. Τότε λοιπόν θα θεωρούσαμε μία αίδια φύση που υπερβαίνει όλες τις μεταμορφώσεις και μεταλλαγές, την οποία όμως θα επιχειρούσαμε να ανακαλύψουμε μέσα ακριβώς -και μόνο αυτήν τη δυνατότητα θα είχαμε- από τη φθαρτή και μεταβλητή πραγματικότητα η οποία αποτελεί την έκφρασή της. Η κακότητα του ανθρώπου, είτε έγκειται στη φύση του, είτε στην πεπερασμένη ύπαρξή του, υπάρχει εκεί, μέσα στον κόσμο ως μόνιμο σημάδι της αποτυχίας του. Ο άνθρωπος δεν επιτυγχάνει να πραγματοποιήσει την τέλεια πόλη, όπου οι πολίτες της θα ζουν με ομόνοια, θα έχουν ρόλους ανάλογα με την αξία τους και θα υπακούουν στην έννομη τάξη. Από την Πολιτεία του Πλάτωνα με τον τριμερή διαχωρισμό των τάξεων σε χειρώνακτες, φύλακες και πολιτικούς-φιλοσόφους, έως το Κράτος του Χέγκελ, που εθεωρείτο η τέλεια πραγμάτωση του απόλυτου Πνεύματος και τη Σοσιαλιστική Κοινωνία του Κάρολου Μαρξ με την ισότητα και την ισονομία των πολιτών, οι ουτοπικές πόλεις-κοινωνίες κατατρύχουν τον ανθρώπινο νου. Η πραγμάτωση της φιλελεύθερης -καπιταλιστικής δημοκρατίας στη Δύση επέτρεψε και προέτρεψε το στοχασμό επί της ιδανικής και ουτοπικής πόλης. Έναν στοχασμό που επιβάλλεται επί των πραγμάτων λόγω της ένδειας και της κακότητας που βρίσκεται στην πραγματική πόλη. Οι κάθε λογής ουτοπίες συνιστούν ταυτόχρονα μία εν δυνάμει πραγματικότητα, μέσα από μία docta spes. Είναι όμως παράλληλα το όραμα μίας ιδανικής πολιτείας ως ένα όραμα γενικής ευδαιμονίας μία ολοκληρωτική νεύρωση; Είναι δηλαδή μία προσπάθεια επιβολής άνωθεν του σωστού και του δίκαιου νόμου, που εκ των πραγμάτων οδηγεί στον απολυταρχισμό και στην τυραννία του εκάστοτε καθεστώτος. Τούτη η κριτική προς την ουτοπία είναι σωστή, εάν κρίνουμε από την ιστορία και από την συνδεδεμένη με αυτήν τρεπτότητα της ανθρώπινης φύσης που χάρη στο αυτεξούσιό της οδηγείται άλλοτε προς το καλό και άλλοτε προς το κακό. Δεν παύει όμως να θεωρείται μία ελπιδοφόρα κίνηση κάθε ουτοπικός στοχασμός, στο βαθμό που αφορά ό,τι δεν έχει γίνει ακόμα. Η εν δυνάμει κίνηση δεν έχει γίνει ακόμη εν ενεργεία, άρα υφίσταται εν δυνάμει μέσα στον ανθρώπινο νου η πραγματοποίηση της τελειότητας.