Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Freedom. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Freedom. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Δευτέρα 25 Απριλίου 2016

ΑΜΦΙΣΒΗΤΗΣΗ ΚΑΙ ΑΥΤΟ-ΒΕΒΑΙΩΣΗ


"Ο Οδοιπόρος" του Ιερώνυμου Μπος,
Μουσείο Boymans-van Beuningen, Ρότερνταμ. 
"O Οδοιπόρος" 
ταλαντεύεται ανάμεσα σε επιλογές, την αρετή,
την κακία ή την επιστροφή στην οικία του. 

Η αποσύνδεση της επιστροφής στην
"φίλην ες πατρίδαν" (κατά την πλωτίνεια φράση)

από την αρετή υποδηλώνει 
ότι η γνώση δεν έχει πλέον σταθερό μεταφυσικό
έρεισμα.

«Πολλές φορές ξυπνώ έξω από το σώμα στον εαυτό μου…»
Πλωτίνος, Ἐννεάδες, IV.8.1.1-11.



Ο Ιερός Αυγουστίνος αναφέρθηκε στη σιωπηλή ανάγνωση στο έργο του Εξομολογήσεις (Confessiones), όταν περιέγραψε τον τρόπο που διάβαζε ο επίσκοπος Αμβρόσιος στην οικία του. Είναι γνωστό ότι κατά τη διάρκεια της αρχαιότητας η ανάγνωση κυρίως γινόταν μεγαλόφωνα. Πού οφείλεται λοιπόν το νέο έθος; Προφανώς στο χάραγμα μίας νέας εποχής, που χαρακτηρίζεται από την ανακάλυψη του υποκειμένου.  
Νομίζω όμως πως το αφετηριακό σημείο της ανακάλυψης της εσωτερικότητας βρίσκεται ήδη στο έργο του Πλωτίνου. 
Η έννοια του υποκειμένου, προερχόμενη από την εποχή του Πλωτίνου και του Αυγουστίνου, αναδύθηκε στην επιφάνεια της ιστορίας ως το θεμέλιο της γνώσης και της σκέψης. Στα νεώτερα χρόνια μοιάζει να μη συνδέεται με την αμφισβήτηση, αφού αφορά πρωταρχικά τη βεβαιότητα της ύπαρξης. Αν και αιτία της σκέψης μπορεί να είναι η αμφισβήτηση, ο Ρενέ Ντεκάρτ διακήρυξε περίτρανα τη βεβαιότητα της ύπαρξης ως σκέψη του υποκειμένου. Το θέμα δεν είναι εδώ να επιβεβαιώσουμε εκ νέου τον περίφημο συλλογισμό του Ντεκάρτ και να πούμε ότι η σκέψη που βεβαιώνει την ύπαρξη προϋποθέτει έναν βαθμό αμφισβήτησης και ότι δεν θα οδηγείτο σε αυτό το στάδιο της βεβαιότητας πριν αμφισβητήσει τα πάντα. Το θέμα είναι να δούμε τη μετατόπιση σε έναν «μονισμό του υποκειμένου», που αν και αναγνωρίζει την ύπαρξη του Θεού, δεν στηρίζεται πλέον σ' Εκείνον, αλλά στο εγώ. Ό,τι έρχεται σε αντιπαράθεση με τη θέση του Ντεκάρτ είναι ότι η αμφισβήτηση δεν στηρίζεται πουθενά, εφόσον αμφισβητείται κάθε βεβαιότητα, πέφτοντας στην παγίδα του εγώ που επιζητεί μόνιμα την αυτο-βεβαίωσή του. Μέσω της αμφισβήτησης επιζητείται η ανυπαρξία του εγώ ή ο πολλαπλασιασμός του.
Ο Πλωτίνος προσέδωσε στην εσωτερικότητα μία μυστικιστική, αλλά και έλλογη διάσταση, βαδίζοντας στα ίχνη του Πλάτωνα. Όμως ενώ στο έργο του Πλάτωνα η φιλοσοφία είχε κοινωνικο-πολιτική σημασία, κατά τον Πλωτίνο η εσωτερικότητα εγκαθιδρύεται ως η κατεξοχήν φιλοσοφική όδευση. Ο Πλωτίνος θεώρησε τον εσωτερικό κόσμο όχι μόνο πηγή δυνατοτήτων, αρμονική δομή σε συνάφεια με το περιβάλλον, αλλά και έναν θαυμαστό χώρο, όπου ο άνθρωπος συνειδητοποιεί τον εαυτό του. Τίποτε πια δεν μπορεί να υπάρξει σε σχέση προς τον άνθρωπο χωρίς τη διαμεσολάβηση της εσωτερικής διάστασης. 
Από τη μία πλευρά προϋποτίθεται η λογική ενάσκηση του πνεύματος, από την άλλη πλευρά υπερβαίνεται το εχέγγυο της λογικής εν όψει της προσέγγισης του Θεού. Η επανεύρεση του αληθινού εγώ κατά τη θρησκευτικο-φιλοσοφική εμπειρία εντός των νοητών, συμπίπτει με μία κίνηση εσωστρέφειας. Η κίνηση αυτή δεν αφορά τον χωροχρόνο του κόσμου, αλλά το άχωρο και άχρονο του εσωτερικού εαυτού, εγκαθιδρυμένη ως έλλαμψη στην αιωνιότητα. Παράλληλα εκδιώκεται από και μορφοποιεί τον κόσμο του γίγνεσθαι, όπου η αμφισβήτηση είναι διάχυτη και η κίνηση της σκέψης αναλώνεται στη μάταιη προσπάθεια της αυτο-βεβαίωσης. Ανακούφιση και σωτηρία βρίσκουμε μόνο εντός μας, όταν η ατομική βεβαίωση συμπέσει με τη βεβαιότητα του θεϊκού. Έτσι, αντίθετα από ότι σημείωσε ο Πλωτίνος, η έγερση των αμφιβολιών μέσα στον εαυτό δεν αφορά πάντα την ενδυνάμωση, αλλά την αναίρεση της αυτο-βεβαιότητας.
Κατά τον Πλωτίνο, ο Νους συνιστά μία ενότητα μέσα στην πολλαπλότητα, όταν σκέφτεται τον εαυτό του. Παρόλα αυτά ο διαχωρισμός στο επίπεδο του Νου δεν υφίσταται, αφού τελικά όταν αντικρίσει το ίδιο το Εν, δηλαδή τον Θεό, δεν είναι πια δυο, αλλά ένα. Το παράδειγμα που φέρνει ο Πλωτίνος είναι αυτό του αναγνώστη, ο οποίος λειτουργεί καλύτερα διαβάζοντας, όταν δεν έχει συνείδηση ότι διαβάζει (οὐ γὰρ τὸν ἀναγιγνώσκοντα ἀνάγκη παρακολουθεῖν ὅτι ἀναγιγνώσκει καὶ τότε μὰλιστα,  ὅτε μετὰ τοῦ συντόνου ἀναγιγνώσκει – Ι.4.10.24-26). Γίνεται φανερή η ομοιότητα του παραδείγματος του αναγνώστη που φέρνει ο Πλωτίνος για να δείξει την τάση του Νου προς την ενότητα, σε σχέση με την αναφορά του Αυγουστίνου στον δάσκαλό του Αμβρόσιο που διάβαζε σιωπηλά. Ο αναγνώστης δεν χρειάζεται πια να παρακολουθεί τον εαυτό του, δηλαδή να έχει συνείδηση ότι διαβάζει• βέβαια το πιο πιθανό είναι ότι εδώ η ανάγνωση την οποία είχε κατά νου ο Πλωτίνος γίνεται φωναχτά, αλλά η τάση εσωτερίκευσης του αναγνώστη φανερώνεται με την έμφαση στην έλλειψη παρακολούθησης του εαυτού, δηλαδή της προσοχής.
Ωστόσο, μία άμεση διαπίστωση είναι πως για να κατορθωθεί η ανακάλυψη αυτή ή και ως παρεπόμενό της, προϋποτίθεται η στροφή προς μία πρωταρχική πραγματικότητα που ταυτόχρονα βρίσκεται εμπρός ως συνεχώς μετατιθέμενο όριο. Το ίδιο το εγώ αναγκάζεται να αιτεί την αυτο-βεβαίωση. Βιώνοντας τη διάχυτη αμφιβολία του κόσμου των αισθήσεων, αμφισβητώντας ακόμη και τον εαυτό του, στοχαζόμενο διαρκώς περί της ύπαρξης του θεϊκού, χωρίς καμία αληθινή βεβαιότητα, έρμαιο ενός πολύπαθου σώματος, αναζητά, χωρίς τέλος, την πορεία που θα το οδηγήσει στην αληθινή έκσταση.  

Τετάρτη 2 Ιουλίου 2014

ΤΙ ΣΗΜΑΙΝΕΙ ΝΑ ΕΙΝΑΙ ΚΑΝΕΙΣ ΕΛΕΥΘΕΡΟΣ;



Η ελευθερία δεν είναι ένα ιδεώδες, αλλά μία δυνατότητα, μία πρακτική, είναι η αλήθεια αυτού που δεν ορίζεται. Αποποιούμενοι κάθε ιδέα που έχει να κάνει με μία «έννοια» της ελευθερίας, τότε θα έχουμε το πράγμα καθαυτό: όχι την εικόνα ή το ομοίωμα, αλλά την ουσία. Εάν θέλουμε να δούμε την ίδια την εξέλιξη της ζωής ως ποτάμι που οδηγείται προς την ελευθερία, τότε έχουμε δύο επιλογές: είτε να ανατρέξουμε έως την πηγή, είτε να ακολουθήσουμε το ποτάμι έως την εκβολή του, στη θάλασσα. Το άσχημο σε αυτήν την περίπτωση θα ήταν να αράξουμε στις όχθες, να βγούμε στις ακτές ή να μπατάρουμε.
Ελεύθερος κανείς γεννιέται ή γίνεται; Η ελευθερία αφορά βέβαια τη δράση, αλλά και μία κατά-σταση. Το βίωμα μόνο της ελευθερίας είναι δυνατό, όχι η καθολική ύπαρξή της. Επίσης, το βίωμα αυτό έχει ανάγκη μία εγρήγορση. Η κίνηση προς την ελευθερία είναι που οδηγεί στην απελευθέρωση, όχι η πεποίθηση ή μόνο η σκέψη. Αν κάτι γίνεται κατανοητό ως ελευθερία, δεν είναι σίγουρο ότι πρόκειται για την ίδια την ελευθερία.
Αλλά κατά πόσον μας αφορά η ελευθερία; Το θέμα είναι ότι δεν «μας αφορά», δηλαδή δεν έχει αρμούς με κάτι. Καθετί που περιορίζει τη δυνατότητα ελεύθερης ύπαρξης νοούμενης ως επαφή με το απόλυτο, την αλήθεια και το αγαθό είναι ψεύδος. Ακόμη και ο όρος «σχέση», προορίζεται να εγκαταλειφθεί, καθώς μόνο έτσι υποδηλώνεται η ύπαρξη του ελεύθερου όντος. Η σκάλα που οδηγεί έως Εκεί, δεν φτάνει συνήθως πολύ ψηλά, ή συχνά πέφτει. Ο λόγος είναι πως δεν έχει που να στηριχθεί. Αν κανείς υπέθετε ότι φτάνει κάπου, θα ήταν βαθιά νυχτωμένος, διότι δεν έφτασε έως Εκεί, όπου τίποτα άλλο δεν χρειάζεται. Ο τρόπος για να αντικρίσουμε το βασίλειο της ελευθερίας είναι να κλείσουμε τους οφθαλμούς∙ τότε θα δούμε ένα φως που ήδη υπάρχει, που υπήρχε ανέκαθεν, προερχόμενο από το βάθος του χρόνου, και προεκτείνεται έως το άπειρο. Ο χρόνος και ο χώρος είναι οι σχετικές διαστάσεις που περιορίζουν, αλλά καθετί που τις υπερβαίνει δεν ταυτίζεται απαραίτητα με την ελευθερία. Η αλήθεια του Αγαθού είναι η μόνη που μπορεί να οδηγήσει σε ένα ξύπνημα μέσα στον εαυτό, όπου τίποτα δεν θα θυμίζει το γήινο κέλυφος της φθαρτότητας και της ματαιότητας.
Αλήθεια! Πόση αλήθεια αντέχει κανείς; Πόση αλήθεια χωράει στην κεφαλή μίας βελόνας; Αν ακολουθήσουμε λοιπόν το ποτάμι προς τη μεγάλη θάλασσα, η ψυχή πρώτα θα χαθεί και μετά θα ενωθεί με το όλον. Αν στραφούμε προς την πηγή, θα εμβαπτιστούμε και μετά θα διαφωτιστούμε. Τίποτα δεν μας αφορά, δεν «σχετίζεται», πριν οδηγηθούμε στην αιτία και στην πηγή του όλου. Μόνο τότε η ζωντανή σχέση με Εκείνο, παρέχει τη δυνατότητα της ελεύθερης ύπαρξης.             

Τρίτη 14 Δεκεμβρίου 2010

ΣΧΕΔΙΟ ΚΑΙ ΕΛΕΥΘΕΡΙΑ

Η κίνηση τη νύχτα στην πόλη μες τα φώτα μαγεύει και παραπλανεί τον ανύποπτο διαβάτη. Η γοητευτική ατμόσφαιρά της κρύβει παγίδες και σειρήνες που προκαλούν. Ο ρυθμός της μερικές φορές σε προκαλεί να χορέψεις, κατά την περιπλάνηση. Αν ακολουθήσεις μία οφιοειδή πορεία στα πεζοδρόμια, η κίνηση θα μοιάζει με αυτή ενός χορευτή. Έτσι αναρωτιέσαι ποιος ο χορογράφος ή ποιος ο σκηνοθέτης στη βραδινή αυτή περιπλάνηση μέσα στα φώτα της πόλης. Άλλα σώματα κινούνται μηχανικά, άλλα ήρεμα και άλλα πιο ζωηρά. Σώματα νέα ή γηραιά, ακολουθούν τους ρυθμούς κάποιου άφατου σχεδίου. Υπάρχει σχέδιο που κινεί τα νήματα των ζωών όλων των ανθρώπων ή το θέατρο που λαμβάνει χώρα καθημερινά μέσα στις πόλεις και τον κόσμο είναι ένα θέατρο του παραλόγου; Όλα όμως είναι θέμα οπτικής. Έτσι, εάν αποφασίσει κανείς να δει πίσω από τις πράξεις των ανθρώπων κάποια κίνητρα, τα οποία ίσως να μπορούν να αναχθούν σε γενικότερες αιτίες, τότε δεν απέχει πολύ απ’ το να φτάσει μέχρι την πρώτη αιτία, στην αρχέγονη στιγμή, την πρώτη και τη μεγαλύτερη, της δημιουργίας. Εάν από την άλλη δεχτεί την ανθρώπινη ελευθερία και το αυτεξούσιο, θα πρέπει να δει ίσως πάλι έως που σταματά αυτό και που αρχίζει η αναγκαιότητα του κοσμικού παιγνίου. Ελευθερία και αναγκαιότητα, θεμελιωμένη ή όχι σε κάποια εξωκοσμική αιτία, συνιστούν τους γνώμονες για την κρίση των κινήτρων, των αιτιών και των αποφάσεων. Η ελευθερία μπορεί κάλλιστα να εκπηγάζει από τη λογική απόφαση, όσο και να βρίσκεται στη βάση μίας φυσικής ασυναίσθητης κίνησης. Η δια του λόγου ελευθερία καθορίζει εκ των προτέρων τα κίνητρα, εκλογικεύοντας και οδηγώντας στη δράση, όταν δεν εμπιστευόμαστε τον παρορμητισμό. Προφανώς δίνουμε το όνομα ελευθερία σε δύο διαφορετικές και αντικρουόμενες καταστάσεις. Το υποκείμενο όμως, μέσα από τη διαμόρφωση του, είναι που θα πραγματώσει και θα επιλέξει τη μορφή ελευθερίας που είναι πιο πρόσφορη για το ίδιο. Πάλι, το κατά λόγον ζειν, αν οδηγείται από σοφό λογισμό δεν έρχεται σε αντίθεση με το κατά φυσιν ζην. Έτσι υπάρχει η σοφία της φύσης και η σοφία του λόγου και του πολιτισμού. Η σύμπλευσή τους και η μη αντιπαραθεσή τους αποτελεί χαρακτηριστικό υγιούς έκφρασης των συναισθημάτων και της δρώσας συνείδησης. Όπως υπάρχει η ελευθερία μέσα από δύο αντιφατικές μορφές, έτσι και η αναγκαιότητα υπάρχει ως λόγος και λογική, αλλά και ως αναγκαιότητα της φύσης. Η λογική καθορίζει και προσδιορίζει τα όρια. Από την άλλη η φυσική αναγκαιότητα προκαθορίζει το γένος του ανθρώπου, όντας μία a priori συνθήκη για την ύπαρξή του. Το να αναρωτηθούμε εάν προηγείται η αναγκαιοτητα ή η ελευθερία είναι αρκετά ματαιόσπουδο, εφόσον αποτελεί απλώς θέμα οπτικής και έγκειται στην ιδιοσυγκρασία του καθενός να επιλέξει το ένα ή το άλλο. Έτσι σύμφωνα με τα παραπάνω έχουμε:
                                            
                           Λογική          Ελευθερία                  Λογική      Αναγκαιότητα
                                                       =                                                                      =   
                    Φύση         Αναγκαιότητα       Φύση         Ελευθερία

 Η λογική της πόλης συχνά εκβάλλει στο παράλογο. Η λογική υπερβαίνεται, εγκαταλείπεται, ποδηγετείται, συγκρούεται ενίοτε με τις άλογες δυνάμεις, συναντιέται με το απρόβλεπτο, το μη-ορατό, το μη-ον, εγκαθιδρύει δομές και συστήματα, που με τη σειρά τους οδηγούν στο παράλογο. Οι πόλεις στήνουν τους ιστούς τους σαν τα αραχνοειδή. Μέσα στο λαβύρινθο των δρόμων περπατούν τα πλήθη, συνωστίζονται, στοιβάζονται, χάνονται ή ακολουθούν προδιαγεγραμμένες πορείες.