Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Byzantine Philosophy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Byzantine Philosophy. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Κυριακή 7 Δεκεμβρίου 2014

Linos G. Benakis, Theodore of Smyrna: Epitome of Nature and Natural Principles According to the Ancients. Editio princeps. Introduction - Text - Indices. Corpus Philosophorum Medii Aevi, Βυζαντινοί Φιλόσοφοι - Philosophi Byzantini 12. Academy of Athens, Athens 2013, 33*+77p.



Από τον καθηγητή Λίνο Μπενάκη εκδόθηκε πρόσφατα το βιβλίο του Θεοδώρου Σμυρναίου, ᾽Επιτομὴ τῶν ὄσα περὶ φύσεως καὶ τῶν φυσικῶν ἀρχῶν τοῖς παλαιοῖς διείληπται, τόμος 12 στη σειρά «Βυζαντινοί Φιλόσοφοι» της Ακαδημίας Αθηνών. Ο Λ. Μπενάκης είχε έρθει σε επαφή με το χειρόγραφο στην Εθνική Βιβλιοθήκη της Αυστρίας στη Βιέννη υπό την καθοδήγηση του διάσημου καθηγητή Herbert Hunger. Με την άδεια του H. Hunger οι ακτίνες Χ διαπέρασαν τον γεμάτο υγρασία κώδικα 134, ο οποίος φέρει τα σημάδια των επεμβάσεων προηγούμενων βιβλιοθηκαρίων. Αυτό είναι το μοναδικό χειρόγραφο στο οποίο διατηρείται το πολύτιμο έργο του φιλοσόφου του 12ου αιώνα Θεοδώρου Σμυρναίου.
Το έργο του Λ. Μπενάκη που είναι γραμμένο στην αγγλική γλώσσα, αποτελείται από Πρόλογο δύο σελίδων (σσ. 9*—10*), Εισαγωγή δεκαέξι σελίδων (σσ. 11*—26*), Βιβλιογραφία τριών σελίδων (σσ. 27*—29*), εικόνες από το χειρόγραφο (facsimiles) σε τρεις σελίδες, το κείμενο του Θεοδώρου στο ελληνικό πρωτότυπο με Κριτικό Υπόμνημα πενήντα πέντε σελίδων (σσ. 1—55), και Πίνακες χωρίων, ονομάτων, και λέξεων, συνολικά δεκαοχτώ σελίδες (σσ. 59—77). Στο Κριτικό Υπόμνημα οι υποσημειώσεις περιλαμβάνουν συνήθως τις αριστοτελικές πηγές, άλλες πηγές, σημειώσεις πάνω στην αρχαία γραφή και παρεμβάσεις στο κείμενο, και τις Συνόψεις στα περιθώρια του χειρογράφου από έναν μεταγενέστερο λόγιο. Αυτές οι τελευταίες παρατίθενται από τον συγγραφέα και αναλυτικά εντός της Εισαγωγής καταλαμβάνοντας περίπου δύο σελίδες (σσ. 17*—19*).
Ο Θεόδωρος Σμυρναίος (+ μετά το 1112), ευρύτερα γνωστός ως Κουροπαλάτης, Πρωτόεδρος, Κοιαίστωρ και Ύπατος των Φιλοσόφων στην Κωνσταντινούπολη, ήταν δημόσιο πρόσωπο και διδάσκαλος της φιλοσοφίας. Εντάσσεται στην παράδοση ορισμένων προηγούμενων και μεταγενέστερων διακεκριμένων Βυζαντινών λογίων, όπως ο Μιχαήλ Ψελλός, ο Ιωάννης Ιταλός, ο Νικηφόρος Βλεμμύδης, ο Θεόδωρος Μετοχίτης, ο Νικηφόρος Χούμνος, ο Γεώργιος Παχυμέρης κ.α. Επιπλέον, η παρουσία του Θεοδώρου Σμυρναίου μαρτυρείται στο σατυρικό έργο Τιμαρίων, σε ένα διασωσμένο μολυβδόβουλο, σε ένα επίγραμμα και σε επιστολές. Ο ίδιος έχει συγγράψει και άλλα έργα, όπως τον Λόγο περἰ τῶν αζύμων και το Περὶ τῆς λεγομένης παρὰ Ρωμαίοις τοῦ Πνεύματος ἐκ τοῦ Υιού ἐκπορεύσεως, που παραμένουν ανέκδοτα, ενώ του αποδίδεται, αν και όχι μετά βεβαιότητας, ένα εγκώμιο στον Απόστολο Παύλο.[1]
Το έργο του Θεοδώρου που εξέδωσε ο Λ. Μπενάκης είχε τέσσερα τμήματα. Όμως το διασωσμένο χειρόγραφο περιέχει μόνο τρία από αυτά. Στο πρώτο τμήμα ο Θεόδωρος πραγματεύεται τα θέματα «Περὶ ἀρχῶν», «Περὶ οὐρανοῦ» και «Περὶ φύσεως», στο δεύτερο τμήμα τα θέματα «Περὶ αἰτίων» και «Περὶ κινήσεως» και στο τρίτο τμήμα τα θέματα «Περὶ τόπου» και «Περὶ στοιχείων». Το χαμένο τέταρτο τμήμα αναφερόταν στο θέμα «Περὶ χρόνου». Αν και ο τρόπος πραγμάτευσης των θεμάτων στηρίζεται στην αριστοτελική σκέψη, στοχεύει να δώσει μία ευρεία και γενική οπτική της ιστορίας της αρχαίας ελληνικής φιλοσοφίας, και ιδιαίτερα της φιλοσοφίας της φύσης. Κατά τον Λ. Μπενάκη η συμβολή του Θεοδώρου είναι πρωτότυπη και δεν αποτελεί απλά παράφραση των αρχαίων ή μεταγενέστερων κειμένων. Ο Θεόδωρος αναζητούσε με το έργο του να παράσχει στους μαθητές του ένα χρήσιμο εγχειρίδιο, προειδοποιώντας τους αναγνώστες του ως Χριστιανός συγγραφέας ότι ασχολείται με πεποιθήσεις και διδασκαλίες των αρχαίων Ελλήνων φιλοσόφων. Βρίσκεται, λοιπόν, σε πλήρη συμφωνία με τον τρόπο που αντιμετώπιζαν οι Βυζαντινοί την παγανιστική φιλοσοφία ως καθαρά διακριτή από το Χριστιανικό δόγμα.
Στην Εισαγωγή του βιβλίου ο Λ. Μπενάκης εστιάζει στην ανάλυση, εκτός των άλλων, των πηγών του Θεοδώρου, φέρνοντας ως παράδειγμα ένα εμβληματικό θέμα, το πρόβλημα του «τόπου». Ο Βυζαντινός φιλόσοφος ακολουθώντας κοινές θέσεις της Κλασικής κοσμολογίας, αναφέρει ότι ο τόπος δεν υπάρχει εκτός του ουρανού, αλλά βρίσκεται στην επιφάνεια της Γης. Έτσι, εντός των απλανών σφαιρών τοποθετεί τα επτά «πλανώμενα» ουράνια σώματα, που συγκροτούν «τὸ ὃλον σῶμα τοῦ οὑρανοῦ» (σ. 21*). Θεωρεί τους αρχαίους Έλληνες ως «ἀφρόνους», διότι απέδωσαν θεϊκές ιδιότητες στον ουρανό (σ. 24*). Θα πρέπει να σημειωθεί ότι ακόμη και οι Νεοπλατωνικοί φιλόσοφοι θεωρούσαν τα άστρα ως θεότητες.[2] Επίσης, ο Θεόδωρος δεν αποδέχεται ότι ο ουρανός είναι ένας ζωντανός οργανισμός, αποφεύγοντας τον υλοζωισμό των Προσωκρατικών,[3] τον πανψυχισμό του πλατωνικού Τιμαίου[4] και του Πλωτίνου, και τον βιταλισμό του Αριστοτέλη και των Στωικών.[5]
Στον αρχαίο κόσμο, ο Αρχύτας ο Ταραντίνος είχε ήδη αναρωτηθεί τι θα έβρισκε κανείς αν έτεινε το χέρι του ή μία ράβδο έξω από τις εσχατιές του ουρανού.[6] Η ερώτηση του Αρχύτα προϋποθέτει έναν περατό κόσμο, αφού αν έξω από τα όρια του χωροχρόνου δεν υπάρχει τίποτε, δεν μπορεί να εισχωρήσει τίποτε. Αλλά ακόμη και στην περίπτωση που ο κόσμος δεν γνωρίζει πέρατα, κάθε ερώτηση με παραπλήσιο περιεχόμενο θα ήταν παράλογη, γιατί ένα χέρι που τείνει προς τα έξω κινείται μοιραία προς το άπειρο.[7] Το γεγονός ότι οι αρχαίοι Έλληνες, όπως και οι αρχαίοι Αιγύπτιοι, δεν ενέταξαν το μηδέν στα μαθηματικά τους, αντίθετα από τους Ινδούς και τους Μάγια, υπογραμμίζει τη διάδοση του horror vacui.[8] 
Παρόλα αυτά, ορισμένοι φιλόσοφοι πριν τον Αριστοτέλη αποδέχονταν ότι συνάμα με την ύπαρξη των σωμάτων υπάρχει κάτι άλλο, ομοιογενές και αόριστο, στο οποίο μπορούσαν να ανιχνεύσουν τις τρεις διαστάσεις, και στο οποίο τοποθετούνταν τα κινούμενα σώματα. Οι ατομικοί φιλόσοφοι Λεύκιππος και Δημόκριτος το ονόμασαν «κενόν» και ο Πλάτων «χώρα».[9] Ο Αριστοτέλης εναντιώθηκε έντονα σε αυτή τη θεωρία και τις ποικίλες μορφές της. Αν λοιπόν υπήρχαν προγενέστεροί του φιλόσοφοι που θεωρούσαν ότι είχαν πετύχει να δείξουν ότι η ύπαρξη του κενού ήταν απαραίτητη για τη δυνατότητα της κίνησης, ο Αριστοτέλης προσπάθησε να αποδείξει ότι η στάση και η κίνηση ήταν ασύλληπτες εντός του κενού. Ωστόσο, η περιπατητική φυσική δεν διήρκεσε πολύ, αλλά γρήγορα παραμερίστηκε από τη στωική φυσική. Βέβαια, ήδη ο περιπατητικός Στράτων ο Λαμψακηνός (335 – 269 π.Χ.) είχε απομακρυνθεί από τα διδάγματα του δασκάλου του ως προς αυτό το σημείο.[10] 
Κατά τη διάρκεια της μεσαιωνικής εποχής η έννοια του κενού συνδέθηκε με τα δόγματα της Χριστιανικής Θεολογίας. Αυτά τα τελευταία ήταν θεμελιωμένα στις ιουδαϊκές παραδόσεις και δεν συμβάδιζαν με την πιθανότητα ύπαρξης του κενού, εφόσον αυτή εθεωρείτο αντίθετη στην ύπαρξη του Θεού. Η δημιουργία του κόσμου από τον Θεό συνέβη για τους Πατέρες της Εκκλησίας εκ του μη όντος. Ο Ιερός Αυγουστίνος (354–430) εξίσωσε το κενό με τον Διάβολο: επρόκειτο για την πλήρη στέρηση του Θεού, το έσχατο αμάρτημα, η κατεξοχήν αντίθεση από την κατάσταση της χάρης και της παρουσίας του Θεού. Όμως έτσι ο Αυγουστίνος αναγκάστηκε να υπαινιχθεί την ύπαρξη του κενού εντός του βασιλείου του Όντος, παραδεχόμενος ότι ήταν κάτι που έλλειπε από τον Θεό πριν δημιουργήσει τον κόσμο.[11]
Ο Θεόδωρος Σμυρναίος προσπάθησε να υπερασπιστεί τη θέση περί ανυπαρξίας του κενού, αναφερόμενος στην επαφή μεταξύ των τεσσάρων στοιχείων, τα οποία ελέγχουν το κενό και δεν το επιτρέπουν να εμφανιστεί στα πράγματα. Η ιδέα της σύνθεσης των στοιχείων τον οδήγησε στην αποδοχή ενός «πέμπτου σώματος» (σ. 19*), για την επίτευξη της αρμονίας, την οποία οι Αλχημιστές ονόμασαν πεμπτουσία και φιλοσοφική λίθο. Για να δώσει μία εικόνα της σύνθεσης των στοιχείων ο Θεόδωρος περιέγραψε τις σφαίρες των απλανών που έρχονται σε επαφή με τις κατώτερες ως έναν «τροχό σε έναν τροχό» (σσ. 22* - 23*). Ακόμη δεν δίστασε να παρομοιάσει τη θεόθεν αυτή αρμονία με έναν κοσμικό χορό, που παραπέμπει, βέβαια, στον Όμηρο.[12] Ανάλογο χωρίο υπάρχει στις Ἐννεάδες του Πλωτίνου, ο οποίος αναφερόμενος στην καθολική αρμονία χρησιμοποιεί τη μεταφορά μίας μεγάλης ομάδας χορευτών που προχωρεί εύρυθμα.[13] Αν μέσα στο δρόμο των χορευτών βρεθεί μία χελώνα, θα καταπατηθεί, μη μπορώντας να ξεφύγει από τα χορευτικά βήματα. Η αντίληψη περί ενός υπέροχου χορού της φύσης υφίσταται και στις ανατολικές θρησκείες, όπως στον ινδουισμό και στον ταοϊσμό,[14] ενώ ακόμη για τη σύγχρονη φυσική δεν μπορεί να υπάρξει απόλυτο κενό, το οποίο να μην περιέχει ύλη.
Ο Βυζαντινός φιλόσοφος ακολουθώντας τον Αριστοτέλη και ορίζοντας τον τόπο ως «πέρας», παρέπεμψε έμμεσα «στη μέγιστη χειρονομία της κοσμογονίας»[15] της Γένεσης (Ἐν ἀρχῇ ἐποίησεν ὁ Θεὸς τὸν οὐρανὸν καὶ τὴν γῆν)[16] ή στη Χριστιανική Τοπογραφία του Κοσμά Ινδικοπλεύστη (6ος αιώνας), σύμφωνα με την οποία η Γη είναι επίπεδη και ο ουρανός ένα φωτεινός θόλος, που δημιουργήθηκαν την πρώτη ημέρα της Δημιουργίας.[17] Το ουράνιο στερέωμα ως τόπος αριστοτελικά ορισμένος είναι σαν ένα δοχείο ή για την ακρίβεια «ἡ κοίλη καὶ ἐντός ἐπιφάνεια» του δοχείου που περιέχει τα όντα, όπως χαρακτηριστικά επισημαίνεται στο Βυζαντινό κείμενο.
Μετά την εποχή του Θεοδώρου, οι Σχολαστικοί θα αποδεχτούν και αυτοί την επιχειρηματολογία του Αριστοτέλη. Έτσι, ο Robert Grosseteste (1175 - 1253) ισχυρίστηκε ότι στη φύση υπάρχει μόνο το plenum, το οποίο λειτουργεί κατά τέτοιο τρόπο ώστε να μην είναι δυνατή η ύπαρξη του κενού. Ο Θωμάς Ακινάτης, αν και αφορμάτο από τον αριστοτελισμό, προχώρησε σε μία διάκριση του κινούντος από το κινούμενο σώμα, δηλαδή της μορφής από την ύλη, επιτρέποντας τη σκέψη της πιθανότητας της ύπαρξης του κενού στο ενδιάμεσο μεταξύ των σωμάτων.[18] Ο φιλόσοφος του Παρισιού Jean Buridan (1292 – 1363) εκπροσωπούσε την πλειονότητα, όταν υποστήριξε ότι ένας άπειρος χώρος, ο οποίος υπάρχει υπερφυσικά πέραν του ουρανού ή έξω από τον κόσμο, δεν μπορεί να καταστεί αντικείμενο υποθέσεων. Ωστόσο, επιφυλάχθηκε προσθέτοντας ότι πέραν του κόσμου ο Θεός μπορούσε να δημιουργήσει όποιον χώρο και όποιες σωματικές ουσίες επιθυμούσε. Ορισμένοι Λατίνοι φιλόσοφοι ασχολήθηκαν με την ιδέα ενός άπειρου «φανταστικού χώρου», ο οποίος κατά μία έννοια εμπεριείχε το φυσικό σύμπαν. Αυτός ο χώρος ήταν χωρίς διαστάσεις και αδύνατον να περιέχει ύλη. Συνεπώς επρόκειτο για μία θεολογική κατασκευή, ήταν η άπειρη κατοικία του Θεού και μία αφηρημένη έκφραση της απεραντοσύνης του.[19]  
Η απόρριψη του κενού από τον Θεόδωρο, στην οποία αναφέρεται ο Λ. Μπενάκης (σ. 22*), αποκλείει την ύπαρξη εκτός του ουρανού οποιουδήποτε τόπου ή σώματος, υποδηλώνοντας την αρχή της πληρότητας των όντων.[20] Σύμφωνα με τη γραμμή σκέψης που ακολουθεί ο Θεόδωρος Σμυρναίος, η ανυπαρξία του κενού σηματοδοτεί την πανταχού παρουσία του Θεού. Ακόμη και η απόρριψη της δημιουργίας από την ίδια την ύλη σε κανένα τόπο και με κανένα τρόπο (μηδαμῆ μηδαμῶς), προϋποθέτει την έφεση για αναγωγή κάθε όντος στη θεϊκή αρχή του παντός. Το κενό, η ύλη και το κακό εκλαμβάνονται από τον Βυζαντινό φιλόσοφο ως ανύπαρκτα, στερήσεις του Αγαθού.[21] Επομένως, η Αυγουστίνεια και η Σχολαστική συζήτηση δεν ήταν δυνατόν να συμφιλιωθούν με τη Βυζαντινή θέση περί πλήρους ανυπαρξίας του κενού. Η σκέψη του Βυζαντινού φιλοσόφου είναι στηριγμένη στον αριστοτελισμό, καθώς υπερασπίζεται μία κυκλική και ολιστική αντίληψη του χωροχρόνου. Η έξοδος από αυτόν τον κοσμικό κύκλο δεν αφορά ένα ιδεατό και εξωκοσμικό κενό, όπως υποστήριζαν οι Σχολαστικοί, έστω και αν με την ιδέα αυτή οι τελευταίοι σκόπευαν να υποδηλώσουν την παντοδυναμία του υπερφυσικού. Θα υπέπιπτε κανείς στον πειρασμό να υποθέσει ότι στο χαμένο τέταρτο τμήμα «Περὶ χρόνου», το οποίο δεν διασώθηκε, ο Θεόδωρος έδωσε μία προέκταση στα προβλήματα περί φύσης, συνεχίζοντας την παραδεδομένη αριστοτελική φιλοσοφία. Περί αυτού θα μάθουμε μετά βεβαιότητας μόνο αν βρεθεί κάποτε το απολεσθέν χειρόγραφο, ξεχασμένο και μουχλιασμένο στη γωνιά κάποιας βιβλιοθήκης.
Ο αναγνώστης του βιβλίου μένει εντυπωσιασμένος από την εξαιρετική παρουσίαση του υλικού, τη φιλοσοφική και ιστορική επάρκεια και τον μεγάλο πνευματικό μόχθο του συγγραφέα, όπως δείχνει και η δαψίλεια των υποσημειώσεων ή οι πίνακες χωρίων και λέξεων. Πρόκειται για ένα υποδειγματικό έργο, το οποίο αποτελεί σημαντική συνεισφορά στον γνωστικό κλάδο της Βυζαντινής φιλοσοφίας, πιστοποιώντας την αυτονομία του τελευταίου και διατρανώνοντας την αξία και την αναγκαιότητα της μελέτης του σήμερα.

Αναδημοσίευση από ΘΕΟΛΟΓΙΑ. Τριμηνιαία Έκδοση της Ιεράς Συνόδου της Εκκλησίας της ΕλλάδοςΤόμος 85, Τεύχος 2o, Απρίλιος – Ιούνιος 2014, 405-410.   



[1] PG 63, 787-802.
[2] COCKING J. M., Imagination. A Study in the History of Ideas, Routledge, London – New York 2005, 34 και 69-70.
[3] SKRIBINA D., Panpsychism in the West, The MIT Press, Massachusetts – London 2005, 23-34.
[4] Τίμαιος 30 b-c. Πρβλ. Πολιτικός 269c-270a, 272e-273e και Φίληβος 28d, 30a-d.
[5] Για τον Πλωτίνο όλο το σύμπαν είναι ένα ζωντανό πλάσμα (ζῷον), που περιέχει όλα τα ζωντανά πλάσματα (περιεκτικοῦ ζῴων ἁπάντων). Βλ. Ἐννεάδες V.9.9.
[6] HUFFMAN C., Achytas of Tarantum, Cambridge University Press, Cambridge 2005, 540.
[7] ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ Κ., Σιαμαία και Ετεροθαλή, Ροές, Αθήνα 1987, 196.
[8] BARROW J., The Book of Nothing. Vacuums, Voids, and the Latest Ideas about the Origins of the Universe, Random House, New York 2002, 27-42.
[9] Τίμαιος 52a8, d3.
[10] DUHEM P., Medieval Cosmology. Theories of Infinity, Place, Time, Void, and the Plurality of the Worlds, The University of Chicago Press, Chicago – London 1985, 370.
[11] BURROW J., The Book of Nothing. Vacuums, Voids, and the Latest Ideas about the Origins of the Universe, ό.π., 67-70,
[12] Ἰλιάς Σ, 593. Πρβλ. τον μύθο της Χρυσής Αλύσου (Ἰλιάς Θ, 19-27).
[13] ΙΙ.9.7.35. Πρβλ. IV.5 και 8.
[14] CAPRA F., The Tao of Physics. An Exploration of the Parallels Between Modern Physics and Eastern Mysticism, Shambhala Publications, Boulder 1975, κεφ. 15.
[15] ΠΑΠΑΓΙΩΡΓΗΣ Κ., Σιαμαία και Ετεροθαλή, ό.π., 206.
[16] Γένεσις 1.1.
[17] MCCRINDLE J. W., The Christian Topography of Cosmas, an Egyptian monk, Cambridge University Press, Cambridge 2010, 7 κ.ε.
[18] DUHEM P., Medieval Cosmology. Theories of Infinity, Place, Time, Void, and the Plurality of the Worlds, ό.π., 370-386.
[19] KRAGH H. S. – OVERDUIN J. M., The Weight of Vacuum. A Scientific History of Dark Energy, Springer, Heidelberg - New York – Dordrecht - London 2014, 4.
[20] LOVEJOY A. O., The Great Chain of Being, Harvard University Press, Massachusetts - London 1964 (1936), 52. 
[21] ΙΩΑΝΝΟΥ ΔΑΜΑΣΚΗΝΟΥ, Κατᾶ Μανιχαίων Διάλογος, Κείμ.-Μτφρ,-Σχ. Νίκος Ματσούκας, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 1988, 15. Πρβλ. ΔΙΟΝΥΣΙΟΥ ΑΡΕΟΠΑΓΙΤΟΥ, Περὶ Θείων Ονομάτων, Πουρναράς, Θεσσαλονίκη 2005, 108.

Τετάρτη 5 Αυγούστου 2009

Η ΥΠΟΨΙΑ ΤΟΥ ΜΙΧΑΗΛ ΨΕΛΛΟΥ



Με τη θεολογία και φιλοσοφία του, ο Ύπατος των Φιλοσόφων Μιχαήλ Ψελλός, ισορροπώντας ανάμεσα στον ελληνικό λόγο και το χριστιανικό πνεύμα υποψιάζεται, όχι λόγω κάποιας αγνωστικιστικής κρίσης, αλλά λόγω του μεγάλου πόθου να αγκαλιάσει το σύνολο της δυνατής γνώσης και να φτάσει στην τελειότητα, πως ό,τι εμπεριέχεται στα πεδία της φύσης, του θείου και των ανθρώπινων υποθέσεων, αν και έχει κάποια αιτία, αυτή δεν είναι πάντα εξηγήσιμη. Αυτός είναι και ο λόγος που η σκέψη διαρκώς επεκτείνει τα όρια της. Κάτω από το ασίγαστο ενδιαφέρον για όλους τους τομείς του επιστητού, η Ψελλική φιλομάθεια σκοπεύει να δείξει ότι δικαίως υποψιαζόμαστε τους πάντες και τα πάντα, αφού η ιστορία αποδεικνύει περίτρανα και ανερυθρίαστα ότι η ύπαρξη μίας αναλλοίωτης ανθρώπινης ουσίας που στηρίζεται σε αξιολογικά ή ηθικά πρότυπα είναι μία φενάκη. Η διάψευση και η υποψία συνομολογούν για την κατάδειξη αυτής της πρόσκαιρης, ευμετάβλητης και φθαρτής κατάστασης, η οποία αποτελεί τη μόνιμη συνθήκη ζωής για όλους. Τότε άραγε κάθε προσπάθεια να παρουσιαστεί το πλατωνικό ιδεώδες ως η μόνη αληθινή πραγματικότητα αποτελεί μία ακόμη μεταφυσική παρηγοριά; Όχι απαραίτητα, αφού η ίδια η ιστορία ιδωμένη μέσω της Χριστιανικής εσχατολογίας ενέχει τους σπόρους και τον προορισμό της τελείωσής της. Λόγος και πίστη, γνώση και πνεύμα συμπορεύονται ακόμη και στις πιο σκοτεινές πλευρές της ανθρώπινης παρουσίας, εκεί όπου η παρά-επιστήμη, ο αποκρυφισμός και η μαγική σκέψη μας παρασύρουν στο άλογο βάθος τους. Δεν πρόκειται μόνο για την υποψία του δαιμονικού, αλλά για το "δαιμόνιο της υποψίας".

Για περισσότερες πληροφορίες σχετικά με τη φιλοσοφία του Μιχαήλ Ψελλού δες το άρθρο: "Οι Απόκρυφες Γνώσεις του Μιχαήλ Ψελλού", ΤΑ ΙΣΤΟΡΙΚΑ, Περιοδική Έκδοση Ιστορικών Σπουδών, Τόμ. 26ος, τεύχ. 50, Ιούνιος 2009, 157-184

Κυριακή 3 Μαΐου 2009

ΑΝΑΒΑΘΜΙΖΟΝΤΑΣ ΤΙΣ ΒΥΖΑΝΤΙΝΕΣ ΣΠΟΥΔΕΣ ΣΤΙΣ Η.Π.Α.


Η αναζωογόνηση των Βυζαντινών Σπουδών στις Η.Π.Α. πρέπει να παρουσιάζει μεγάλο ενδιαφέρον για τους συνδρομητές και τους φίλους της Ευρωπαϊκής Επιθεώρησης για την Επιστήμη και τη Θεολογία στις Ορθόδοξες χώρες της Νοτιοανατολικής Ευρώπης ιδιαίτερα.
Το Πανεπιστήμιο της Notre Dame, στην Ινδιάνα, έχει δεσμευτεί σοβαρά τα τελευταία χρόνια σε ένα πρόγραμμα που είναι αφιερωμένο στην αναβάθμιση των Βυζαντινών Σπουδών. Η Notre Dame αντιπροσωπεύει μία μακρά Αμερικανική λόγια παράδοση, που έχει τις ρίζες της στην Ευρωπαϊκή κληρονομιά μάθησης στη Θεολογία, τη Φιλοσοφία, την Ιστορία και τις Τέχνες. Μέσα στο πνεύμα αυτής της παράδοσης, η Notre Dame προσφέρει αξίες και γνώση στον κόσμο, που έγιναν αντιληπτές και διαμορφώθηκαν στον Μεσαίωνα.
Το πρόγραμμα για την αναβάθμιση των Βυζαντινών Σπουδών θα βοηθήσει να επέλθει ισορροπία στην παρουσίαση αυτής της κληρονομιάς που, για ιστορικούς λόγους, έμεινε εστιασμένη στη Δυτική Ευρωπαϊκή Λατινική και Καθολική παράδοση. Το συμπληρωματικό μέρος αυτής της παράδοσης, η Ελληνο-Βυζαντινή κληρονομιά, είναι ουσιαστικό για μία ισορροπημένη παρουσίαση και καλλιέργεια της μεσαιωνικής κληρονομιάς. Σήμερα, η Βυζαντινή σκέψη και οι εφαρμογές της στην πολιτική, την τέχνη και την καθημερινή ζωή αξιολογούνται ως μία αληθινά ανθρωπιστική προσέγγιση της ζωής.
Ιδιαίτερα, το Πανεπιστήμιο της Notre Dame αναλαμβάνει τις ακόλουθες πρωτοβουλίες: δύο νέες θέσεις του τμήματος της Βυζαντινής Ιστορίας και της Ιστορίας της Βυζαντινής Θεολογίας, δύο υποτροφίες για πτυχιούχους στις Βυζαντινές Σπουδές, δύο προγραμματισμένα κονδύλια για συνέδρια, συμπόσια και επισκέπτες ομιλητές, καθώς και κονδύλια για τη συντήρηση της Βυζαντινής συλλογής Μίλτων Ανάστος στη βιβλιοθήκη Hesburgh της Notre Dame.
Το Πανεπιστήμιο της Notre Dame είναι ιδεωδώς κατάλληλο και εφοδιασμένο για να καταστήσει την Ανατολική (Βυζαντινή) μεσαιωνική παράδοση ένα ενιαίο και αναπόσπαστο τμήμα διδασκαλίας και έρευνας. Οι εξαιρετικοί επιστήμονες της Σχολής (πάνω από 50 μέλη της Σχολής ενταγμένοι στο Μεσαιωνικό Ινστιτούτο των τμημάτων της Ιστορίας, Θεολογίας, Φιλοσοφίας, Ρομανικών Γλωσσών και Λογοτεχνιών, Γερμανικών, Κλασσικών Σπουδών, Ιστορίας της Τέχνης, Μουσικής· οι περισσότεροι ειδικευμένοι στο Δυτικό μεσαιωνικό πολιτισμό, ή στη σκέψη και τον πολιτισμό του μεσαιωνικού Ιουδαϊσμού ή του Ισλάμ) και τα έσοδα της Βιβλιοθήκης
Μίλτων Ανάστος διαμορφώνουν ένα σταθερό θεμέλιο για αυτήν την προσπάθεια. Η προσφορά του Μίλτων Β. Ανάστος (1909-1997), ο οποίος ανάλωσε ολόκληρη την ακαδημαϊκή του ζωή για να προσκομίσει τη Βυζαντινή σκέψη στο σύγχρονο ακροατήριο της Αμερικής και ο οποίος άφησε στη Notre Dame την καλύτερη ιδιωτική βιβλιοθήκη για το Βυζάντιο και την Ελληνική κληρονομιά στον κόσμο, είναι ιδιαίτερα παρήγορη. Η Συλλογή Ανάστος προσέθεσε πάνω από 40.000 τόμους και 50 περιοδικά στις ήδη εξαιρετικές συλλογές του Πανεπιστημίου για τις μεσαιωνικές σπουδές. Η Notre Dame τώρα κατέχει τη δεύτερη μεγαλύτερη (έπειτα μόνο από αυτές του Πανεπιστημίου του Χάρβαρντ και του Dumbarton Oaks) συλλογή αφιερωμένη στις Βυζαντινές Σπουδές στις Η.Π.Α. Αυτός ο συνδυασμός της Σχολής και της βιβλιοθήκης καθιστά τη Notre Dame ιδεώδη τόπο για την καθιέρωση ενός ολοκληρωμένου κέντρου έρευνας και διδασκαλίας στις Βυζαντινές Σπουδές.
Οι Βυζαντινές Σπουδές είναι ένα πεδίο που συχνά παραβλέπεται και παρεξηγείται από τους ακαδημαϊκούς στη Δύση. Αυτό συμβαίνει δυστυχώς. Για περισσότερο από μία χιλιετία το Βυζάντιο ενσωμάτωσε και διέδωσε τους πλούσιους πολιτισμούς της Κλασσικής και Ελληνιστικής Ελλάδας, της Αρχαίας Ρώμης, της Μικράς Ασίας, του Πρώιμου Χριστιανισμού και του Σλαβικού κόσμου. Το Βυζάντιο έχει την αφετηρία του στο 330 μ.Χ., όταν τα εγκαίνια της Κωνσταντινούπολης (τώρα Ινσταμπούλ) σηματοδότησαν τη διαίρεση της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας σε δύο τμήματα, το Ανατολικό και το Δυτικό. Όταν η Δυτική Ρωμαϊκή Αυτοκρατορία υπέκυψε στις βαρβαρικές εισβολές κατά τον ύστερο πέμπτο αιώνα, η Ανατολική Αυτοκρατορία με κέντρο την Κωνσταντινούπολη επιβίωσε και έγινε η καρδιά ενός ακμάζοντος πολιτισμού έως ότου κατακτήθηκε από τους Οθωμανούς Τούρκους πάνω από χίλια έτη αργότερα το 1453. Ό,τι τώρα ονομάζουμε «Βυζαντινές Σπουδές» είναι στην πραγματικότητα Μεσαιωνικές Σπουδές, που επικεντρώνονται στο Ανατολικό μισό της παλιάς Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας και στους γείτονές της.
Ο πλούτος της συγχώνευσης από το Βυζάντιο των Ελληνικών, Ρωμαϊκών και πρώιμων Χριστιανικών πολιτισμών υποτιμήθηκε στην Ευρώπη ύστερα από την Αναγέννηση. Μόνο κατά τον τελευταίο αιώνα οι επιστήμονες έχουν διαπιστώσει τον ιστορικό πλούτο του Βυζαντινού πολιτισμού και των αυθεντικών και ειδικών επιτευγμάτων του. Παρ’ όλη αυτή την αλλαγή της κατανόησης παραμένει σπάνιο για ένα Πανεπιστήμιο να έχει παραπάνω από έναν ή δύο Βυζαντινολόγους στα τμήματά του. Όπου υπάρχουν Βυζαντινολόγοι, τείνουν να είναι είτε ιστορικοί είτε ιστορικοί της Τέχνης. Αναπτύσσοντας τις ήδη υπολογίσιμες δυνάμεις της στην Ιστορία, τη Φιλοσοφία, τη Θεολογία και τη Λογοτεχνία της Ύστερης Αρχαιότητας και του Δυτικού Μεσαίωνα, η Notre Dame ευελπιστεί να δημιουργήσει ένα ολοκληρωμένο κέντρο για τις Βυζαντινές Σπουδές κάτω από την ομπρέλα του Μεσαιωνικού Ινστιτούτου.
Άπαξ η Notre Dame βρεθεί στη θέση να αναλάβει το ρόλο ενός ηγετικού εκπαιδευτικού έργου των Βυζαντινών Σπουδών, αναμένεται να ελκύσει Αμερικανούς σπουδαστές με καταγωγή από την Ελλάδα και άλλα μέρη της Νοτιοανατολικής Ευρώπης, οι οποίοι ενδιαφέρονται να μελετήσουν την πολιτιστική τους κληρονομιά. Η καλλιέργεια στενής ακαδημαϊκής συνεργασίας με την Ευρωπαϊκή επιστημονική κοινότητα, όπως αποδείχτηκε από το δεύτερο Συνέδριο πάνω στη «Βυζαντινή Ιστορία των Ιδεών» του Φεβρουαρίου 2006, το οποίο αφιερώθηκε στο Μεσαιωνικό Ελληνικό Υπομνηματισμό για τα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη, είναι πολύ εμψυχωτικό πράγματι. Οι δημοσιεύσεις που παρουσιάστηκαν έπειτα από το πρώτο συνέδριο (Reading Michael Psellos, edited by Charles Barber και David Jenkins, Leiden-Boston, Brill, The Medieval Mediterranean, vol. 61, 2006, p. 255) εκτιμήθηκαν ιδιαίτερα από τη διεθνή επιστημονική κοινότητα.
Αυτή η περίσταση είναι κατάλληλη για να παρουσιάσω μία σημαντική δημοσίευση από τον καθηγητή Charles Barber, τον επικεφαλής του νέου Κέντρου Βυζαντινών Σπουδών στη Notre Dame. Ο τίτλος του: Figure and Likeness. On the Limits of Representation in Byzantine Iconoclasm, New Jersey, Princeton University Press 1964, 204 p. Ο Charles Barber είναι Καθηγητής της Τέχνης, της Ιστορίας της Τέχνης και του Σχεδίου του Πανεπιστημίου της Notre Dame.
Το Figure and Likeness παρουσιάζει μία προκλητική νέα περιγραφή της Βυζαντινής εικονομαχίας, τη θεμελιώδη κρίση στη Χριστιανική εικαστική αναπαράσταση κατά τον όγδοο και ένατο αιώνα, που καθόρισε τους όρους της σχέσης του Χριστιανισμού με τη ζωγραφισμένη εικόνα. Ο Barber απορρίπτει τις συμβατικές μεθόδους για την ανάλυση της κρίσης, που αναζητούν την προέλευσή της στους πολιτικούς και άλλους κοινωνικούς παράγοντες. Αντίθετα, υποστηρίζει, η εικονομαχία είναι πρωταρχικά ένα θέμα της Θεολογίας και της αισθητικής θεωρίας.
Εργαζόμενος ανάμεσα στα θεολογικά κείμενα και το εικαστικό υλικό, ο Barber καταδεικνύει ότι αμφισβητώντας την εγκυρότητα της εικονικής αναπαράστασης, οι εικονομάχοι έθεταν το ερώτημα: Πώς μπορεί μία εικόνα να απεικονίσει έναν ασύλληπτο Θεό; Σε απάντηση, οι εικονόφιλοι θεολόγοι σταδιακά ανέπτυξαν μία έννοια αναπαράστασης που διέκρινε το έργο τέχνης από το αντικείμενο που απεικόνιζε. Συνεπώς, ο Barber συμπεραίνει, αναγκάστηκαν να οδηγήσουν τη γλώσσα που περιέγραφε την εικόνα πέρα από αυτή της Θεολογίας. Αυτό το ουσιώδες βήμα επέτρεψε αυτούς τους Θεολόγους, από τους οποίους ο Πατριάρχης Νικηφόρος και ο Θεώδορος ο Στουδίτης ήταν οι περισσότερο σημαντικοί, να καθορίσουν και να υπερασπιστούν μία ιδιαίτερα Χριστιανική τέχνη.
Φωτίζοντας αυτό το αποτέλεσμα και επίσης προσφέροντας μία πλήρη και σαφώς αποδοσμένη περιγραφή των εικονομαχικών εννοιών της Χριστιανικής αναπαράστασης, ο Barber αποκαλύπτει ότι η έννοια της τέχνης ήταν πράγματι κεντρική για την εξέλιξη της εικονομαχίας. Οι συνέπειες αυτής της μελέτης φτάνουν αρκετά πιο πέρα από τη κρίση που ερμηνεύει. Ο Charles Barber αναθεωρεί θεμελιωδώς όχι μόνο την κατανόησή μας της Χριστιανικής ζωγραφικής στα χρόνια που διαδέχτηκαν τη εικονομαχική διαμάχη, αλλά επίσης της Χριστιανικής ζωγραφικής στους αιώνες που ακολούθησαν. Για τούτο περιμένουμε λοιπόν με μεγάλο ενδιαφέρον το επόμενο βιβλίο του Charles Barber, Art and Understanding in 11th century Byzantium


Λίνος Γ. Μπενάκης