Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα History of the Idea of Nature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα History of the Idea of Nature. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Παρασκευή 15 Μαρτίου 2013

Σώζειν τα φαινόμενα



Το έργο του Όουεν Μπάρφιλντ (Owen Barfield) μπορεί να θεωρηθεί ένα μανιφέστο διακήρυξης της επιστημονικής υποψιασμένης στάσης απέναντι στην πραγματικότητα. Ο κόσμος που μελετά η επιστήμη δεν είναι, κατ’ αυτόν, ουδόλως ο κόσμος των αισθήσεων, ή των συλλογικών κοινωνικών παραστάσεων, αλλά ένας άλλος αόρατος κόσμος, κρυμμένος από την αντίληψη, ο οποίος όμως ίσως κινεί ανάλογες υποψίες ως προς την αλήθεια του. Ο Μπάρφιλντ φέρνει το κάτωθι παράδειγμα για να διαχωρίσει τη μετάβαση από το μεσαιωνικό στο νεώτερο επιστημονικό τρόπο σκέψης. Εάν πάει κανείς σε μία εκκλησιαστική λειτουργία όπου ταλαντεύεται ένα θυμιατό, είτε θα προσέξει όλη την αναπαράσταση, είτε θα επιλέξει να προσέξει την πέρα δώθε κίνηση του θυμιατού. Στη δεύτερη περίπτωση, αν ήταν ο Γαλιλαίος, θα ανακάλυπτε το νόμο του εκκρεμούς (στην πραγματικότητα δεν ήταν ένα θυμιατό αλλά μία λάμπα στον καθεδρικό ναό της Πίζας που παρατήρησε). Η διαφορά έγκειται στη μετατόπιση της προσοχής και παύση της συνειδητής συμμετοχής, ενώ και οι δύο στάσεις είναι εξίσου ενδιαφέρουσες. Η υποψία όμως έρχεται εξαιτίας αυτής της διαφοράς ανάμεσα στα φαινόμενα και τη σκέψη. Χαρακτηριστική θέση της υποψιασμένης στάσης του Μπάρφιλντ είναι για την εξέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης, η οποία κινητοποιείται διαρκώς από την αναζήτηση του κρυμμένου για να «σώσει τα φαινόμενα».
Ωστόσο, ακόμη και εάν ο αρχαίος κόσμος των ειδώλων γνώρισε μία άλλη ιστορική μορφή στον 20ον αι., η αίσθηση της υποψίας της χριστιανικής συνείδησης στράφηκε απέναντι στο felix eidolon, ενώ και η νέα ειδωλολατρία συχνά είχε την αίσθηση πως ο κόσμος που βιώνεται δεν είναι ο πιο πραγματικός.
O Μπάρφιλντ ισχυρίστηκε ότι τα είδωλα των αρχαίων ήταν αμέτοχα για τους Εβραίους και τους Χριστιανούς, κενά νοήματος, ενώ η μετοχή αφορούσε στο YHYH και τον Ων αντίστοιχα, αυτός ήταν για αυτούς ο δρόμος της αλήθειας. Είναι αλήθεια βέβαια ότι για τους αρχαίους παγανιστικούς λαούς, η δυνατότητα συμμετοχής στην αλήθεια συντελούνταν μέσω της φυσικής πραγματικότητας, όσον αφορά κυρίως στο βίωμα και τις νοοτροπίες, αν και υπήρχε η φιλοσοφική οδός της νόησης. Κατά τον Μπάρφιλντ στον Νεώτερο Κόσμο έπειτα από την επιστημονική επανάσταση παρατηρήθηκε μία έλλειψη μετοχής, μία μηχανοποίηση, μία νέα μορφή ειδωλολατρίας, όπου πάλι τα είδωλα στερούνται αληθινού νοήματος, που να χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και μονιμότητα. Στην επιστήμη υφίσταται μία μορφή μετοχής, που αφορά ένα άλλο επίπεδο σκέψης.[1] Όμως αυτό δεν είναι τελειωτικό, απόλυτο, μοναδικό ή σωτήριο, αφού χάνεται πίσω από μία πολλαπλότητα νοήματος, και άρα πρόκειται για μία άλλη ειδωλολατρία.[2] 
Έτσι, η μετάθεση των κόσμων σε ένα άπειρο σύμπαν έστω και με πεπερασμένα όρια της σύγχρονης φυσικής δεν μας οδηγεί παρά σε μία άλλη μετάθεση. Ακόμη, και πίσω από κάθε αναίρεση της μεταφυσικής κρύβεται μία άλλη μεταφυσική. Πίσω από κάθε υποψία βρίσκεται μία άλλη υποψία. Εφόσον ξερπερνώνται το κλειστό, ορθολογικό αρχαιοελληνικό σύμπαν, η μετεμψύχωση ή η αιώνια επιστροφή, τότε ίσως επανέλθει το όνειρο του παραδείσου και της αιώνιας ζωής. Θέλουμε να γνωρίσουμε τι είναι αυτό που όχι μόνο κρύβεται αλλά αποτελεί μία προσδοκία απόλυτης φανέρωσης. Αν πιστέψουμε ότι τίποτε δεν υπάρχει που να μην παύσει κάποτε να υπάρχει, έρχεται το πέρασμα στην ανέλπιδη ελπίδα να υπάρχει κάτι παντοτινά. Αν το αληθινό Ον βρίσκεται στο εδώ και το τώρα, ως αδιάκοπο υλικό παρόν του ίδιου και κάθε άλλου, η συνείδηση αναζητά την επιβεβαίωσή της, χωρίς να μπορεί να βρει τον εαυτό της. Το θέμα είναι, αν τον βρει, να μην τον χάσει εκ νέου.



[1] Βλ. την ανάλυση στο έργο του Owen Barfield, Saving the Appearances. A Study in Idolatry. Wesleyan University Press, Middletown, Connecticut 1988², 92-115. 
[2] Αν και τα είδωλα είναι αναπαραστάσεις μόνο των ιδεών, από την Αρχαιότητα μέχρις σήμερα γίνεται μία μάχη για τον καθορισμό των «συλλογικών αναπαραστάσεων». Βλ. Owen Barfield, στο ίδιο 36-38. Με τον Barfield μοιάζει να συμφωνεί και ο μελετητής του εσωτερισμού Joscelyn Godwin, που θεωρεί την «εποχή του Δαρβίνου και του Φρόιντ» ως «άψυχη». Βλ. The Golden Thread. The Ageless Wisdom of the Western Mystery Traditions. Theosophical Publishing House, Wheaton, Illinois/ Chennai, India 2007, 143-150.  

Τετάρτη 17 Μαρτίου 2010

Le Voile d’ Isis. Essai sur l’histoire de l’idée de Nature


Ο P. Hadot, χρησιμοποιώντας ως οδηγητικό νήμα τη ρήση του Ηράκλειτου: «ἡ φύσις κρύπτεσθαι φιλεῖ», αποδύεται στην έρευνα των ποικίλων σημασιών που αυτή η φράση πήρε σε όλη τη διάρκεια της εξέλιξης του Δυτικού πολιτισμού. Πρόκειται ουσιαστικά για μία μελέτη της ιστορίας της έννοιας της φύσης. Από την θεοποιημένη φύση στην ελληνορωμαϊκή αρχαιότητα και το πέρασμα στην αντί-φύση και υπέρ-φύση, που ο Χριστιανισμός είχε ως ιδεώδες, έως στην χωρίς Θεό φύση των Νεώτερων Χρόνων (17ος -18ος αι., René Descartes, Isaac Newton κ.α.), οδηγηθήκαμε στο σημερινό οικολογικό πρόβλημα. Ο P. Hadot βλέπει μία σταδιακή «αποιεροποίηση» (désacralisation) της φύσης, θεωρώντας ότι στρεφόμενοι στη χαμένη παγανιστική φυσιολατρία μπορούμε να κερδίσουμε πολλά. Είναι σημαντικό να πούμε πως για την περιγραφή όλης αυτής της ιστορίας της ιδέας της φύσης χρησιμοποιεί δύο ελληνικούς όρους. Διακρίνει ως προς τις στάσεις που τηρήθηκαν απέναντι στη φύση δύο κατηγορίες: την προμηθεϊκή και την ορφική. Η πρώτη συνδέεται με την πονηριά και την άσκηση βίας προς τη φύση, αντιμετωπίζοντάς την εχθρικά. Η δεύτερη διαπνέεται από τον σεβασμό απέναντί της. Στην προμηθεϊκή στάση εντάσσεται η προσπάθεια αποκάλυψης των μυστικών δια της μηχανικής, της μαγείας και της πειραματικής μεθόδου, που οδήγησαν στην ανάπτυξη της τεχνικής. Στην ορφική στάση η αποκάλυψη των μυστικών γίνεται δια του λόγου, της ποίησης και της Τέχνης.

Στο τελευταίο κεφάλαιο του βιβλίου, υποστηρίζεται ότι η αντιμετώπιση της φύσης μέσα από τη μοντέρνα αγωνία, κατέστησε τη σχέση μαζί της συναισθηματική, περισσότερο συγκινησιακή και προπαντός αμφίρροπη, προκαλώντας τρόμο και θαυμασμό, αγωνία και απόλαυση. Αυτό ίσχυε κυρίως για τον 19ον αι., όταν η αποκάλυψη του αγάλματος της Ίσιδας εμπεριείχε ακόμη την τάση της διάνοιξης προς το μυστήριο. Ωστόσο, στον σύγχρονο κόσμο, κατά τον P. Hadot, δεν μιλάμε για το μυστικό της φύσης και έτσι η Ίσιδα έφυγε με το πέπλο της στη χώρα των ονείρων. Επίσης, γίνεται αναφορά στον Martin Heidegger και στη μετάβαση από τα μυστικά της φύσης στο μυστήριο του Είναι, το οποίο καλύπτεται στη λήθη του. Ως κατακλείδα του έργου ο P. Hadot προτείνει, επαναλαμβάνοντας τον Friedrich Hölderlin, να γίνουμε ένα με όλα τα ζωντανά πλάσματα και να ξαναγυρίσουμε, μέσα από μία χαρούμενη λήθη του εγώ, στο Όλον της Φύσης.

Όπως γίνεται φανερό στο έργο του P. Hadot, αναφέρονται πάμπολλοι αρχαίοι, μεσαιωνικοί, μοντέρνοι και σύγχρονοι συγγραφείς, πάντα σε σχέση με τον τρόπο που είδαν και αντιμετώπισαν την ιδέα της φύσης. Θεωρούμε ότι το έργο του Pierre Hadot δεν έχει ανακαλυφτεί από την ελληνική διανόηση και κοινωνία στο βαθμό που θα έπρεπε. Πάντως το αυξανόμενο ενδιαφέρον υπάρχει. Εκτός των άλλων του έργων, μεταφράστηκε και η σημαντική μονογραφία του για τον Πλωτίνο, με τίτλο: Πλωτίνος ή Η απλότητα του βλέμματος (2007). Ας σημειωθεί ότι υπήρξε από το 1964, Directeur d’ Études στην École Pratique des Hautes Études, ενώ το 1991 εξελέγη στο Collège de France. Στο βιβλίο υπάρχουν 18 ιλουστρασιόν φωτογραφίες που σχετίζονται με αναπαραστάσεις της Ίσιδας, ως άγαλμα, εντός πινάκων ζωγραφικής ή ως εξώφυλλα παλιών βιβλίων. Ακόμη στο τέλος υπάρχουν 47 σελίδες σημειώσεων, βιβλιογραφικό σημείωμα και γενικό ευρετήριο συγγραφέων.