Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Utopianism. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων
Εμφάνιση αναρτήσεων με ετικέτα Utopianism. Εμφάνιση όλων των αναρτήσεων

Σάββατο 1 Μαΐου 2010

ΟΙ ΟΥΤΟΠΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

      
Είναι αξιοσημείωτος ο τρόπος που ο Άνσελμος της Κανταβρυγίας απέδειξε την ύπαρξη της Θεότητας, και μπορεί να συσχετιστεί με τη δυνατότητα ύπαρξης ή όχι των ουτοπιών. Η βασική θέση ήταν πως η ιδέα του Θεού είναι το πιο γενικό ον που μπορούμε να σκεφτούμε. Για έναν ρεαλιστή πλατωνικό φιλόσοφο του Μεσαίωνα, ο οποίος συμβιβαζόταν με τον Παπικό ολοκληρωτισμό της εποχής του, όσο πιο γενική ήταν μία ιδέα – και ο Θεός είναι η πιο γενική που υπάρχει – τόσο περισσότερο αληθινή είναι. Επίσης, ως η πιο γενική, η ιδέα του Θεού, είναι και η πιο τέλεια. Όμως για να υπάρχει μέσα σε εμάς, που είμαστε ατελή όντα, μία τόσο τέλεια ιδέα δεν μπορεί παρά να προήλθε από κάποιον ή κάτι άλλο. Το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η τελειότητα μέσα μας σημαίνει ότι υπάρχει και έξω από εμάς. Το επιχείρημα αυτό λίγο πολύ ανέπτυξε και ο Ρενέ Ντεκάρτ στο έργο του Λόγος περί της Μεθόδου. Εκεί συνέδεσε τη σκέψη με την ύπαρξη και την αλήθεια. Έπρεπε να έρθει ο Ιμμάνουελ Κάντ για να δείξει πως ότι υπάρχει μέσα στον νου μας δεν μπορεί να υπάρχει απαραίτητα και στον εξωτερικό κόσμο. Ο Άνσελμος, όπως και ο Ντεκάρτ, με το οντολογικό επιχείρημα της ύπαρξης του Θεού, ταύτιζαν το είναι με το νοείν, ακολουθώντας την πανάρχαια παράδοση του Παρμενίδη. Η κριτική σκέψη του Κάντ ανεξαρτοποίησε το είναι από το νοείν, επιφέροντας μία βαθιά τομή στην ύπαρξη του ανθρώπου και εισάγοντας μία ουσιαστικώς διαφορετική γνωσιοθεωρία και οντολογία. Για να αληθεύει, όμως, μία πρόταση π.χ. μία ουτοπική πόλη που έχει κανείς κατά νου, αυτή θα πρέπει κάπου να υπάρχει. Μπορεί να υπάρχει εν δυνάμει ή να υπάρχει σε έναν extra-γεωγραφικό χώρο. Η αλήθεια συνίσταται πράγματι στην ταυτότητα, ισοδυναμία ή αντιστοιχία του νοείν με το είναι. Μπορεί να νοούμε κάτι και να μην υπάρχει, άρα λένε πως αυτό είναι ψευδές. Μπορεί, όμως, να υπάρχει κάτι που δεν το νοούμε και τότε θα πουν βέβαια πως και αυτό είναι ψευδές. Επομένως, αυτός ο ορισμός της αλήθειας από κάπου μπάζει νερά. Όχι μόνο οι ουτοπίες, αλλά και  τα πλάσματα της φαντασίας και όλες αυτές οι αιρετικές και τερατώδεις ιδέες που κατά καιρούς σκέφτηκαν κάποιοι άνθρωποι είναι ψευδείς, επειδή δεν υπάρχουν πουθενά. Επίσης, το πλήθος των ανεξήγητων (φορτεανών) φαινομένων, των παράξενων γεγονότων και των μη-πιστευτών, που όμως πράγματι έλαβαν χώρα κάπου κάποτε, εξορίζονται από το βασίλειο της αλήθειας, διότι δεν εξηγούνται, άρα δεν νοούνται. Ο ορισμός της αλήθειας ως ταύτιση του νοείν με το είναι λειτουργεί άλλοτε θετικά, όταν νομιμοποιείται δηλαδή να ομιλούμε για ουτοπικές πόλεις, και άλλοτε αρνητικά, όταν λειτουργεί ελεγκτικά, αποκλείοντας ό,τι δεν συμφωνεί με την εξουσιαστική του κρίση. Το φανταστικό και το ψευδές υπεισέρχονται, τόσο στην αρχαιοελληνική και μεσαιωνική σκέψη, όπου το νοείν ταυτίζεται ως μονόδρομος με το είναι και έχουμε την ισοδυναμία rei et intellectus, αλλά και στα νεότερα χρόνια, όταν αποχωρίζεται αυτό που σκεφτόμαστε από το πραγματικό. Η αρχή της ισοδυναμίας ή αντιστοιχίας λειτουργεί σαν δίκοπο μαχαίρι ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι και ο ίδιος ο Ι. Κάντ, όταν κατηγορούσε τον Άνσελμο και τον Ρ. Ντεκάρτ, ότι άλλο πράγμα αυτό που σκέφτηκαν και άλλο η πραγματικότητα, έκανε έναν διαχωρισμό για να αποδείξει το ψευδές περιεχόμενο του νου τους.

Η κριτική του Κάντ στηρίχτηκε στο ότι δεν είναι το ίδιο το να σκεφτείς μία γενική ιδέα και να πεις ότι αυτή κάπου υπάρχει και το να σκεφτείς π.χ. 100 ευρώ και αυτά να μην τα έχεις. Στο δεύτερο παράδειγμα, όταν δηλαδή σκέφτομαι 100 ευρώ και αυτά δεν τα έχω, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κάπου, αλλά ότι δεν τα έχω εγώ, γιατί σκεπτόμενος με τη λογική θεωρώ ότι υπάρχουν αλλού τα 100 ευρώ. Ό,τι υπάρχει αληθινά, δηλαδή αντικειμενικά στην εξωτερικότητα υπάρχει και στον νου μας ή όχι; Το γεγονός ότι οι νεότεροι, όπως ο Ι. Κάντ αίρουν την ταύτιση νοείν και είναι, τούτο γίνεται στο επίπεδο του δεύτερου παραδείγματος με τα ευρώ. Όμως, εάν κάτι υπάρχει μέσα μου, αλλά δεν υπάρχει εξωτερικά, δεν σημαίνει πως αυτό είναι ψευδές. Μπορεί α) να είναι εν δυνάμει και/η β) να υπάρχει σε έναν άλλο ιδεατό κόσμο, καθώς προείπαμε και όπως θα έλεγε ένας πλατωνικός.  Ο ορισμός της αλήθειας ως ταύτισης του περιεχομένου της σκέψης με το πραγματικό δεν μπορεί να αρθεί έτσι εύκολα. Το θέμα είναι ότι, ενώ η αρχαιότητα και ο μεσαίωνας θεωρούσαν de facto ό,τι σκεφτόντουσαν ως αληθινό, θεωρώντας ως κριτήρια της αλήθειας είτε το Θεό είτε το ανθρώπινο υποκείμενο, στα νεότερα χρόνια εκτός από την κριτική στη μεταφυσική, ήρθε η ώρα που ακόμη και το ανθρώπινο υποκείμενο έπαψε να αποτελεί τον βέβαιο εγγυητή της αλήθειας. Έτσι και ο Καντιανός μονισμός του υποκειμένου, στον οποίο οδήγησε αυτή η κριτική του Κάντ στη Μεσαιωνική παραδοσιακή σκέψη, τα βρήκε μπαστούνια. Τούτο δεν σημαίνει ότι το υποκείμενο δεν κατέχει την αλήθεια. Διότι το σκεπτόμενο εγώ είναι ο μόνος φορέας άσκησης κριτικής της γνώσης. Το ανθρώπινο υποκείμενο, όμως, μπορεί να κάνει λάθος ή να λέει ψέματα. Εκεί ακριβώς, όπου κάποιοι παραδοσιακοί φιλόσοφοι τοποθετούσαν ένα έξω-υποκειμενικό θεμέλιο για την αλήθεια, όπως είναι π.χ. ο Θεός, κάποιοι άλλοι μεταμοντέρνοι, όπως οι Στρουκτουραλιστές και οι Σημειολόγοι τοποθέτησαν τη γλώσσα. Υπέταξαν, όμως, τα πάντα στη δομή και απομακρύνθηκαν από την ιστορικότητα και την ελευθερία. Δεν μπόρεσαν με παραμέτρους γλωσσικές και δομικές να ερμηνεύσουν τη δημιουργία του νέου νοήματος και το απρόβλεπτο και δυναμικό άνοιγμα, που προκύπτει από κάθε ενέργεια του ανθρώπου. 

Κάθε ουτοπία, αποτελεί ένα ελπιδοφόρο κίνητρο για να βελτιώσουμε τις πόλεις μας, σκεπτόμενοι πάντα το ιδανικό αρχέτυπο όλων των πόλεων, την τέλεια παραδείσια πόλη. Το ζήτημα είναι εάν υπάρχει ή όχι αυτή η ιδεώδης πόλη, εάν υπάρχει μέσα στον νου μας ή σε έναν εξτρα-γεωγραφικό χώρο. Σίγουρα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Ωστόσο, όσον αφορά τις μεγαλύτερες αλλά φθαρτές υλοποιήσεις δύναμης του ανθρώπου που λέγονται πόλεις ενέχουν πόνο και η δυστυχία, που δεν είναι κακά καθαυτά αλλά ανήκουν στην πραγματικότητα και υπάρχουν στο βαθμό που υπάρχει ο άνθρωπος. Χωρίς τον άνθρωπο ολόκληρος ο κόσμος δεν θα είχε νόημα. Οι ουτοπίες είναι προιόντα της δημιουργικής φαντασίας και της ανθρώπινης διάνοιας, άρα εξαρτώνται από τη δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος να προσεγγίζει την πραγματικότητα.

Η αληθοποίηση ή διάψευση των ουτοπιών  συνδέεται λοιπόν με την ανθρώπινη μοίρα στον κόσμο. Αν δούμε τη ζωή των πόλεων πέραν των θεολογικών κατηγοριών του καλού και του κακού, τότε ένα τυχαίο δράμα εκτυλίσσεται καθημερινά εκεί. Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν έχει νόημα ή ότι είναι άννοο. Υπάρχει από μόνο του. Όμως τι θα ήταν ο κόσμος χωρίς τον άνθρωπο, τον νοηματοδότη και βασιλιά του; Ο κόσμος ίσως κινδυνέψει κάποτε ακόμη πιο σοβαρά από ότι τώρα, από τους βασιλείς και επικυρίαρχους του, όταν τα όρια δεν τα θέτει πια κυρίως ο κόσμος, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. Με άλλα λόγια, ο κόσμος θα κινδυνέψει, όταν η ουτοπική σκέψη βρει στ' αλήθεια το δρόμο προς την πραγματικότητα, και ταυτιστεί μαζί της. 

Η ύπαρξη του πλήθους των δυστοπιών είναι μία απόδειξη όχι μόνο της αντικειμενικής ύπαρξης της κακότητας, αλλά και της ύπαρξης του μεταφυσικού και διανοητικού κακού. Φαινομενικά το ίδιο οντολογικό επιχείρημα της απόδειξης της ύπαρξης του θεικού μπορεί να ισχύσει και για την ύπαρξη του κακού. Αρχίζοντας ανάποδα από ότι θα συνηθίζε κανείς στο παρελθόν αλλά και σήμερα, η αναγνώριση της κακότητας, έστω και ως στέρηση του Αγαθού, ως επί το πλείστον από αγίους, όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν περιγράφει την κόλαση,  και ομιλεί για "τριγμούς οδόντων", ο Δάντης όταν γραφει το ποιητικό του έργο, έως τα σύγχρονα μεταφυσικά θρίλερ, κ.α. μπορεί να είναι μία απόδειξη της έστω νοητικής ύπαρξής του. Με τη διαφορά ότι η αναγνώριση της ύπαρξής του πάλι έγκειται στα ηθικά και γνωστικά ανθρώπινα κριτήρια. Συνήθως λοιπόν όταν κάποιος θέλει να αποδείξει την ύπαρξη του κακού λαμβάνει παραδείγματα από την κοινωνική πραγματικότητα, λησμονώντας τότε ότι ακόμη και αυτή θα πρέπει να ενταχθεί μέσα στον φυσικό κόσμο, όπως και ο άνθρωπος, άρα η αναγνώριση της ύπαρξης του κακού έγκειται στις δικές του προσλαμβάνουσες ως ανθρώπου, στο ανθρώπινο είδος. Ένας λέων όταν σκοτώνει για να καταβροχθίσει μία αντιλόπη και η ίδια η αντιλόπη, εντάσσονται στην αλυσίδα της φύσης, όπου δεν εμφιλοχωρεί καμία ηθική. Ακόμη και η ίδια η ηθική και η επινόηση των αρμονικών και άρτια δομημένων ουτοπιών, δεν είναι παρά ένα πολιτιστικό τέχνασμα για να επιβληθεί ο άνθρωπος όσο μπορεί πιο απόλυτα στους ομοίους του, στον εαυτό του και σε ό,τι τον περιβάλλει.         

Παρασκευή 1 Ιανουαρίου 2010

ΟΙ ΟΥΤΟΠΙΕΣ ΚΑΙ Η ΑΝΘΡΩΠΙΝΗ ΦΥΣΗ



        Από την αρχαιότητα οι άνθρωποι ονειρεύονταν ουτοπίες, τις οποίες τοποθετούσαν σε ένα φανταστικό παρελθόν, σε άλλες διαστάσεις ή στο απώτερο μέλλον. Για ένα τέτοιο ουτοπικό όνειρο, όσον αφορά το μακρινό παρελθόν μίλησε ο Ησίοδος. Αυτός ονειρεύτηκε το χρυσό γένος των ανθρώπων που πρωτόπλασαν οι Ολύμπιοι Θεοί. Αυτή η γενιά ζούσε στη γη, όταν βασιλιάς του ουρανού ήταν ο Κρόνος. Οι άνθρωποι περνούσαν τη ζωή τους σαν θεοί, ξένοιαστοι χωρίς βάσανα και στεναχώριες. Δεν γνώριζαν τα γηρατειά, αλλά ήταν πάντα νέοι και δυνατοί στο σώμα, γλεντώντας σε συμπόσια, όντας μακριά από όλα τα κακά, ενώ, όταν κοιμόντουσαν, λησμονούσαν τα πάντα. Χαίρονταν κάθε καλό στον κόσμο και η ζωοδότρα γη ανέδινε επιπλέον καρπούς από μόνη της. Χαρούμενοι ζούσαν λοιπόν – όπως λέει ο Ησίοδος - ήσυχοι στα χωράφια τους, μέσα στα πολλά αγαθά τους, πλούσιοι σε γιδοπρόβατα και φίλοι των μακάρων θεών ( Ἔργα καὶ Ἡμέραι, 109-120): «Χρυσέον μὲν πρώτιστα γένος μερόπων ἀνθρώπων/ ἀθάνατοι ποίησαν Ὀλύμπια δώματ’ ἔχοντες./ Οἵ μὲν ἐπὶ Κρόνου ἦσαν, ὅτ’οὐρανῷ ἐμβασίλευε•/ ὥστε θεοὶ δ’ἔζωον ἀκηδέα θυμόν ἔχοντες,/ νόσφιν ἄτερ τε πόνων καὶ ὀϊζύος• οὐδέ τι δειλὸν/ γῆρας ἐπῆν, αἰεὶ δὲ πόδας καὶ χεῖρας ὁμοιοι/ τέρποντ’ἐν θαλίῃσι κακῶν ἔκτοσθεν ἁπάντων•/ θνῇσκον δ’ὤσθ’ὕπνῳ δεδμημένοι• ἐσθλὰ δὲ πάντα/ τοῖσιν ἔην• καρπόν δ’ἔφερε ζείδωρος ἄρουρα / αὐτομάτη, πολλόν τε καὶ ἄφθονον• οἱ δ’ἐθελιημοὶ/ ἥσυχοι ἔργ’ἐνέμοντο σὺν ἐσθλοῖσιν πολέεσσι,/ ἀφνειοὶ μήλοισι, φίλοι μακάρεσσι θεοῖσι».
           Γίνεται φανερό ότι αυτή η ουτοπία έχει την τάση να οδηγήσει σε μία φυγή από τη μίζερη καθημερινότητα και να παρηγορήσει τον αναγνώστη ή τον ακροατή, μέσα από την αφήγηση ενός φανταστικού γεγονότος. Υποτίθεται ότι κάποτε υπήρχε (ή θα υπάρξει) μία ήσυχη και ευτυχισμένη εποχή, όπου όλα βαίνουν καλώς και όλα τα προβλήματα είναι λυμένα.
           Ο Οβίδιος, στο 1ο βιβλίο των Μεταμορφώσεων, αναφέρεται σε μία χρυσή εποχή, φρέσκια και νέα και με τέτοιο τρόπο κανονισμένη χάρις στην αυθόρμητη καλοσύνη, χωρίς τον καταναγκασμό των νόμων ή τον φόβο της τιμωρίας, ώστε η πίστη διατηρούνταν και ο ένας φερόταν στον άλλο με εντιμότητα, δικαιοσύνη και γενναιοδωρία (Metamorphoses, 1.89-1.93): «Aurea prima sata est aetas, quae vindice nullo,/ Sponte sua, sine fidem rectumque colebat./ Poema metusque aberant, nec verba minantia fixo/ Aere legebantur, nec supplex turba timebat/ Iudicis ora sui, sed erant sine vindici tuti».
           Όμως φανταστικές και ουτοπικές πολιτείες ξετυλίχτηκαν αργότερα σε αναγεννησιακά οράματα, όπως Η ουτοπία του Τόμας Μούρ (από τον οποίο δημιουργήθηκε η λέξη, που σημαίνει τον μη-υπαρκτό τόπο) ή Η πολιτεία του Ήλιου του Τομάσο Καμπανέλλα και η Νέα Ατλαντίδα του Φράνσις Μπέηκον. Πρόκειται για προτάσεις που δεν στηρίζονται μόνο στη φιλοσοφία και τη θεολογία, όπως π.χ. η Πολιτεία του Θεού του ιερού Αυγουστίνου του 4ου αι. μ.Χ. Αντίθετα αναφέρονται σε κοινωνικά αιτήματα που προσβλέπουν την ίδια στιγμή σε μία οντολογική και αξιολογική διαχρονικότητα. Παρ’ όλ’ αυτά, σε όποιο βαθμό και εάν ισχυρίζονται ότι πρόκειται για περιγραφές του τέλειου και του ιδανικού, εμπεριέχονται στον ιστορικό ρου και έχουν πλήθος ατέλειες. Χρησιμοποιούν ανθρώπινα μέτρα και σταθμά, επομένως είναι φυσικό να μην μπορούν να επιτύχουν το στόχο τους. Ο ίδιος ο Μουρ ονομάζοντας τον ήρωά του Ύθλοντέη, εκ του ελληνικού «ύθλος», που σημαίνει μωρολογία, ειρωνεύεται και υπονομεύει ο ίδιος το ουτοπικό του κατασκεύασμα. Οι αρχές πάνω στις οποίες στηρίζονται οι κάτοικοι της ουτοπίας του Μουρ, αν και προτείνουν τον αλληλοσεβασμό, την αλληλοβοήθεια και την αγάπη των αληθινών ηδονών της ζωής, που μπορούν να παρέχουν η Τέχνη ή η διανόηση, παρ’ όλα αυτά, ενέχουν στοιχεία συντηρητικά, όπως η διατήρηση της σκλαβιάς και η επιβολή κανόνων εκεί όπου δεν υπάρχει λόγος. 
         Η ουτοπία του Καμπανέλα θυμίζει την προηγούμενη χρονολογικά ως προς την ίδια Ουτοπία του Μουρ - όπως και την Πολιτεία του Πλάτωνα - αλλά τώρα ο αναγεννησιακός άνθρωπος δεν περιορίζεται στον καθορισμό των ανθρωπιστικών και διανοητικών αρχών μέσω των οποίων ζει. Προχωρά στον καθορισμό των όρων της πράξης• ακόμη μέσα στην περιγραφή αυτής της ουτοπικής Πόλης του Ήλιου εμπεριέχονται γοητευτικά διδάγματα που θέλουν να αναδείξουν την ομορφιά της γνησιότητας της ύπαρξης. Οι άνθρωποι εκεί «είναι πλούσιοι επειδή δεν θέλουν τίποτα, φτωχοί επειδή δεν κατέχουν τίποτε και δεν είναι σκλάβοι των περιστάσεων αλλά οι περιστάσεις τους υπηρετούν». Το ασκητικό ιδεώδες συνδυάζεται με ένα ήθος, που βασίζεται στην παραδοχή μίας ανθρώπινης ουσίας ανεξάρτητης από τη μεταβλητότητα των συνθηκών της ζωής. Η επιρροή της αρχαιότητας και η προσπάθεια αναβίωσής της είναι εδώ έκδηλες. Όμως παράλληλα εκφράζεται το άνοιγμα σε νέους κόσμους και δίδεται έμφαση στην ανθρώπινη εφευρετικότητα. Η περιγραφή της ομορφιάς της μηχανοποίησης και της εξέλιξης της τεχνικής, οι οποίες χαρακτηρίζονται, επίσης, από χρησιμότητα που βοηθά την πρακτική ζωή, υπάρχουν έντονα και στην ουτοπία του Μπέικον, Νέα Ατλαντίδα, απορρέοντας από το φιλοσοφικό-επιστημονικό του έργο.
          Ένας σουηδός συγγραφέας του 17ου αι., ο Εμανουέλ Σβέντεμποργκ, οραματίστηκε μία υπερφυσική ουτοπία. Πίστεψε ότι έβλεπε τον κόσμο του ουρανού καθώς και τα θαυμαστά πράγματα που υπάρχουν σε αυτόν, όπως και στον κάτω κόσμο, συνομιλώντας με τους αγγέλους. Ήταν εμβριθής επιστήμονας και έγραψε στα λατινικά δεκάδες τόμους που αφορούν τον αιώνιο κόσμο μέσα σε μυστικιστική έξαρση, εμπνευσμένος από την Αγία Γραφή. Παράτησε όλες τις άλλες επιστήμες για να επιδοθεί στη συγγραφή παράξενων θεολογικών πραγματειών. Έτσι έγραψε για ό,τι υφίσταται στον ουράνιο κόσμο, για τον τρόπο συμπεριφοράς των αγγέλων, τη μορφή τους, τις συνομιλίες τους, τη σκέψη τους. Μίλησε για το πως είναι οι άνθρωποι στον ουρανό και τους φαντάστηκε σαν μία κοινωνία νοημόνων όντων με ιεραρχία και τέλειους νόμους. Ήταν ένας θαυμαστός άνθρωπος με ιδιαίτερες ικανότητες, όπως τηλεπάθεια και μαντική προγνωστική δύναμη, δημιούργησε δική του εκκλησία που συνεχίστηκε και μετά το θάνατό του. Η πολιτεία του Σβέντεμποργκ τοποθετείται στον ουρανό, όπου οι άνθρωποι έχουν πρόσβαση μόνο μετά θάνατον. Αν οι ουτοπίες του Ησίοδου και του Οβίδιου είναι απρόσιτες, γιατί δεν υπάρχουν πια, και οι ουτοπίες των Μουρ, Καμπανέλα και Μπέηκον δεν υπήρξαν ποτέ, η ουτοπία του Σβέντεμποργκ δεν είναι εκ του κόσμου τούτου. 
           Πόλεις της ουτοπίας εξιδανικευμένες και εφιαλτικές πόλεις. Οι φανταστικές μητροπόλεις των ανθρώπων στοιχειώνουν τα όνειρά τους. Η Ικαρία του Ετιέν Γκαμπέ ή το Κοιτώντας προς τα πίσω του Έντουαρντ Μπέλαμι είναι απόπειρες που έγιναν κατά τον 19ον αι. να συγκροτηθούν ουτοπίες στη βάση μίας συλλογικής σύμβασης για την οργάνωση της κοινωνίας. Η στρατικοποίηση, η αυστηρή χωροταξία ή η εθνικοποίηση όλων των κοινωνικών λειτουργιών και αγαθών είναι κάποιες ουτοπικές προτάσεις που εισχωρούν εντελώς στον χώρο του ολοκληρωτισμού. Αποτελούν ακόμη εγχειρήματα φανταστικής δόμησης του πραγματικού που δεν παίρνονται στα σοβαρά. Ακόμη χειρότερη ήταν η πρόταση του Τζέιμς Μπάκινγχαμ, ο οποίος προσπαθώντας να αναδομήσει το κοινωνικό σύνολο κατασκεύασε μία ουτοπία πάνω σε οικονομική βάση. Πολλές από τις ουτοπίες του 19ου αι. είναι ουτοπίες αναδόμησης. Μέσα στο κλίμα της βιομηχανοποίησης δεν βλέπουν την κοινή σε όλους δυνατότητα της δημιουργίας, αλλά μόνο την καταναλωτική και οικονομική πλευρά του ανθρώπινου. Υπάρχουν βέβαια και εξαιρέσεις, όπως η πρωτότυπη ουτοπία του Τσάρλς Φρανσουά Μαρί Φουριέ, ο οποίος οραματίστηκε την προσπάθεια εναρμόνισης τριών επιπέδων: α) τη βιομηχανική κατάκτηση του υλικού κόσμου, β) την κοινωνική αρμονία που θα προκύπτει από την ισορρόπηση των παθών δια της ηθικής και γ) το νοητικό πεπρωμένο μέσα από την ανακάλυψη της τάξης και της συγκρότησης του όλου. Το απογοητευτικό με πολλές από τις ουτοπίες της βιομηχανικής εποχής είναι ότι όχι μόνο σκοπεύουν στην αναμόρφωση, αλλά και ότι δεν βλέπουν τίποτε άλλο από το μέλλον παρά μία ακόμη προσθήκη επινοήσεων και εφευρέσεων. Στον 20ο αι. υπάρχει επίσης πλήθος ουτοπιών αρχής γενομένης από τις φανταστικές ουτοπίες του Τζόρτζ Χέρμπερτ Ουέλς, ο οποίος κατέγινε με τη συγγραφή σύντομων ιστοριών επιστημονικής φαντασίας. Συχνά οι ουτοπίες του προηγούμενου αιώνα γίνονται σκοτεινές, η μηχανοποίηση που υπήρχε στον 19ον αι. εντείνεται και ο κόσμος των μηχανών κάποτε κυριαρχεί, όπως στο μελοδραματικό μυθιστόρημα φαντασίας του Τσέχου Κάρελ Τσάπεκ, Ρ.Ο.Ρ Τα οικουμενικά ρομπότ του Ρόσουμ (R.U.R. Rossum’s Universal Robots, 1921), από τον οποίο προήλθε και η λέξη «ρομπότ». Το έργο αυτό του Τσέχου συγγραφέα μπορεί να συγκριθεί με τα φανταστικά μυθιστορήματα του Άλντους Χάξλευ και του Τζόρτζ Όργουελ, όπου ο κόσμος του μέλλοντος φαντάζει σκοτεινός και τόσο καλά οργανωμένος, ώστε γίνεται ολοκληρωτικός. Αυτό οφείλεται στο γεγονός της απόλυτης αδυναμίας του ανθρώπου να προβλέψει το μέλλον, καταφεύγοντας έτσι στην εύκολη ολοκληρωτική διαμόρφωσή του από τη διάνοια, πράγμα βεβαίως που διαρκώς διαψεύδεται από την επερχόμενη πραγματικότητα. Συλλαμβάνουν ή όχι οι ανθρώπινες ουτοπίες κάτι από την πραγματικότητα του μέλλοντος; Φτάνουν μόνο οι καλές προθέσεις των δημιουργών τους για να δικαιωθεί η ύπαρξή τους; Ένα άλλο βασικό ερώτημα είναι, επίσης, εάν συνεισφέρουν στον προσδιορισμό έστω και εν μέρει μίας υποτιθέμενης ανθρώπινης ουσίας ή φύσης, με όποιο τρόπο και εάν νοείται αυτή.
           Πέρα από την επιμέρους ύπαρξη, υπάρχει και η αιώνια ανθρώπινη φύση, όπως έγραφε ο Θουκυδίδης στο προοίμιο του Πελοποννησιακού Πολέμου. Εάν ο στόχος στις ουτοπίες καθορίζεται ως το μη πραγματικό, τότε παραγνωρίζεται η φθαρτότητα και το ευμετάβλητο της ανθρώπινης ιστορικής ύπαρξης, μέσα από το αίτημα μίας τακτοποιημένης και ικανοποιημένης ανθρώπινης ουσίας ή φύσης. Στο βαθμό που η ανθρώπινη ύπαρξη παραμένει ρευστή, πάντα επιρρεπής τόσο προς το καλό, όσο και προς το κακό, οι ανθρώπινες αμάχες θα συμβαίνουν πάντοτε, ανεξάρτητα από την ειρηνική ή άγρια επιβολή οποιασδήποτε ουτοπίας που προσβλέπει αδίκως στο διαχρονικό. Είναι δυνατόν να οριστεί αυτή η ανθρώπινη φύση ή ουσία; Όχι, διότι η φύση ή η ουσία του ανθρώπου είναι μυστηριώδης, πολύτροπη, ανυπότακτη στις τελεσίδικες περιγραφές και ορισμούς. Στο βαθμό πάλι που η κοινωνία και η πολιτιστική οργάνωση διαμορφώνουν επί του επιπέδου του ιστορικού χρόνου την ψυχολογία και τη νοοτροπία του ανθρώπου κάθε εποχής, για ποιά αναλλοίωτη ανθρώπινη φύση μιλάμε; Πρέπει ίσως να κάνουμε έναν διαχωρισμό, όπως ο φιλόσοφος Ζ.Π. Σαρτρ και εν γένει οι υπαρξιστές για μία φύση που προηγείται της ύπαρξης και να προσπαθήσουμε να της αποδώσουμε ιδιότητες. Σίγουρα όμως οι ιδιότητες αυτές θα είναι τόσο αντιφατικές εξαιτίας του πολυσχιδούς χαρακτήρα της, που θα ήταν σαν να αερολογούσαμε. Έτσι θα προχωρούσαμε στο διαχωρισμό της ύπαρξης ως μεταβλητής πραγματικότητας του ανθρώπου από την ουσία ή φύση, νοούμενη ως αμετάβλητη αναγκαιότητα. Τότε λοιπόν θα θεωρούσαμε μία αίδια φύση που υπερβαίνει όλες τις μεταμορφώσεις και μεταλλαγές, την οποία όμως θα επιχειρούσαμε να ανακαλύψουμε μέσα ακριβώς -και μόνο αυτήν τη δυνατότητα θα είχαμε- από τη φθαρτή και μεταβλητή πραγματικότητα η οποία αποτελεί την έκφρασή της. Η κακότητα του ανθρώπου, είτε έγκειται στη φύση του, είτε στην πεπερασμένη ύπαρξή του, υπάρχει εκεί, μέσα στον κόσμο ως μόνιμο σημάδι της αποτυχίας του. Ο άνθρωπος δεν επιτυγχάνει να πραγματοποιήσει την τέλεια πόλη, όπου οι πολίτες της θα ζουν με ομόνοια, θα έχουν ρόλους ανάλογα με την αξία τους και θα υπακούουν στην έννομη τάξη. Από την Πολιτεία του Πλάτωνα με τον τριμερή διαχωρισμό των τάξεων σε χειρώνακτες, φύλακες και πολιτικούς-φιλοσόφους, έως το Κράτος του Χέγκελ, που εθεωρείτο η τέλεια πραγμάτωση του απόλυτου Πνεύματος και τη Σοσιαλιστική Κοινωνία του Κάρολου Μαρξ με την ισότητα και την ισονομία των πολιτών, οι ουτοπικές πόλεις-κοινωνίες κατατρύχουν τον ανθρώπινο νου. Η πραγμάτωση της φιλελεύθερης -καπιταλιστικής δημοκρατίας στη Δύση επέτρεψε και προέτρεψε το στοχασμό επί της ιδανικής και ουτοπικής πόλης. Έναν στοχασμό που επιβάλλεται επί των πραγμάτων λόγω της ένδειας και της κακότητας που βρίσκεται στην πραγματική πόλη. Οι κάθε λογής ουτοπίες συνιστούν ταυτόχρονα μία εν δυνάμει πραγματικότητα, μέσα από μία docta spes. Είναι όμως παράλληλα το όραμα μίας ιδανικής πολιτείας ως ένα όραμα γενικής ευδαιμονίας μία ολοκληρωτική νεύρωση; Είναι δηλαδή μία προσπάθεια επιβολής άνωθεν του σωστού και του δίκαιου νόμου, που εκ των πραγμάτων οδηγεί στον απολυταρχισμό και στην τυραννία του εκάστοτε καθεστώτος. Τούτη η κριτική προς την ουτοπία είναι σωστή, εάν κρίνουμε από την ιστορία και από την συνδεδεμένη με αυτήν τρεπτότητα της ανθρώπινης φύσης που χάρη στο αυτεξούσιό της οδηγείται άλλοτε προς το καλό και άλλοτε προς το κακό. Δεν παύει όμως να θεωρείται μία ελπιδοφόρα κίνηση κάθε ουτοπικός στοχασμός, στο βαθμό που αφορά ό,τι δεν έχει γίνει ακόμα. Η εν δυνάμει κίνηση δεν έχει γίνει ακόμη εν ενεργεία, άρα υφίσταται εν δυνάμει μέσα στον ανθρώπινο νου η πραγματοποίηση της τελειότητας.