Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.

Τετάρτη, 22 Νοεμβρίου 2017

ΛΑΣΚΑΡΗΣ ΖΑΡΑΡΗΣ, ΤΑ ΜΥΣΤΙΚΑ ΤΗΣ ΘΕΟΠΕΤΡΑΣ. ΑΝΙΣΤΟΡΗΤΟ ΜΥΘΙΣΤΟΡΗΜΑ ΓΙΑ ΠΑΙΔΙΑ


Κριτική του βιβλίου του Λάσκαρη Ζαράρη, Τα μυστικά της Θεόπετρας, εκδ. Δυάς Εκδοτική, Αθήνα 2015, σελ. 162.

Μεθοδολογικά:

Θα ήθελα να εξηγήσω με λογικά και απλά επιχειρήματα γιατί δεν στέκουν πολλά από αυτά που γράφει ο ερασιτέχνης αυτοεκδιδόμενος (με τη γνωστή μέθοδο της ματαιοδοξίας των λίγων αντιτύπων-print on demand) συγγραφέας Λάσκαρης Ζαράρης στο μικρό βιβλίο για παιδιά Τα μυστικά της Θεόπετρας. Τέτοια έργα είναι σημάδια παρακμής της σημερινής Ελλάδας. Δεν μπορεί κανείς να έχει αξιώσεις στην ιστορική αλήθεια, αν δεν χρησιμοποιεί σωστά τη βιβλιογραφία και τις πηγές του. Όταν γράφουμε ιστορικό μυθιστόρημα και πόσο μάλλον βιβλίο γνώσεων για παιδιά, πάντα σεβόμαστε την εποχή στην οποία εκτυλίσσεται. Με άλλα λόγια, αν κανείς δεν στηρίζεται στη βιβλιογραφία, θα αποκλίνει σημαντικά από τις καθιερωμένες ιστορικές αντιλήψεις. Ένας ιστορικός μπορεί να γράψει τις σκέψεις του πάνω σε όσα διάβασε, αλλά χρησιμοποιεί τη λογική, ώστε να εξάγει λογικά συμπεράσματα, τα οποία άλλοι συζητούν ή/και αμφισβητούν. Η γνώμη μου είναι ότι ο συγγραφέας είτε θα έπρεπε να προσέξει περισσότερο, ώστε να ενσωματώσει σωστά τις ιστορικές πληροφορίες, είτε θα έπρεπε να γράψει τόσο αόριστα (φανταστικά), ώστε να μην τις παραποιεί.

Κριτικές παρατηρήσεις σε επιμέρους σημεία:

Ο συγγραφέας του υποτιθέμενου βιβλίου γνώσεων σημειώνει ότι οι προϊστορικοί άνθρωποι δεν είχαν ανακαλύψει τα παπούτσια. Ωστόσο, είναι γνωστό ότι από την παλαιολιθική εποχή ακόμη οι άνθρωποι έκαναν χρήση ελαφρώς κατεργασμένων πρωτογενών υλικών για την κατασκευή των πρώτων ενδυμάτων, είτε αυτά ήταν φυτικά είτε ζωικά (δέρματα ζωών, φύλα και κλαδιά δέντρων).

Ο αφηγητής του βιβλίου με τον ναΐφ τίτλο «Ιστορικόπουλος» παρουσιάζεται ως συλλέκτης και ταυτόχρονα ιστορικός. Ωστόσο, δεν υπάρχουν πολλοί συλλέκτες που είναι ταυτόχρονα και ιστορικοί. Όσον αφορά τα αρχαία, υπάρχει αυστηρή νομοθεσία. Επομένως, αυτό που συμβαίνει είναι πως είτε θα είναι κανείς πλούσιος και θα εισάγει αρχαιότητες από το εξωτερικό δηλώνοντάς τες στην κατά τόπους αρχαιολογική υπηρεσία είτε θα πρόκειται για αρχαιοκάπηλο. Βέβαια, υπάρχει και η περίπτωση ο Ιστορικόπουλος να δανείστηκε από κάποια αποθήκη μουσείου το αντικείμενο που περιγράφει στο βιβλίο ή αυτό να είναι αντίγραφο. Όμως αυτά θα έπρεπε να διευκρινιστούν. Επίσης, ένας ιστορικός, όπως υποτίθεται ότι είναι ο Ιστορικόπουλος, δεν αφηγείται τόσο πολύ μέσα στη σχολική τάξη, όσο δίνει πληροφορίες, αναφερόμενος σε γεγονότα ή αρχαιολογικά ευρήματα και τις ερμηνείες τους.

Τα τοπωνύμια Όλυμπος, Όσσα, Θεσσαλία, Θεόπετρα κλπ. που αναφέρονται στο βιβλίο δεν υπήρχαν στην προϊστορική εποχή (4.500 π.Χ.). Επίσης, πολλά ερωτηματικά γεννώνται για τα κύρια ονόματα, όπως Χρυσή, Άνακτης («άναξ» σημαίνει βασιλιάς στα αρχαία), κ.ά. 

Επιπλέον, οι προϊστορικοί άνθρωποι δεν ήταν μονοθεϊστές, όπως ανιστόρητα σημειώνεται, αλλά πολυθεϊστές. Το θέμα των προϊστορικών λατρειών είναι εξαιρετικά πολύπλοκο και χρήζει ιδιαίτερης προσέγγισης. Πάντως είναι γνωστά ότι συνήθως έθαβαν τους νεκρούς τους με τελετουργικά και ότι στους τάφους των τελευταίων έχουν ανακαλυφθεί κτερίσματα.

Επίσης, ο συναισθηματικός κόσμος των προϊστορικών ανθρώπων δεν ήταν αναπτυγμένος, αφού μάλιστα δεν είχαν γραφή και συνεννοούντο με λίγες λέξεις. Πώς λοιπόν ο νεαρός ήρωας με το όνομα Στραβοπόδης ήταν τόσο αισθαντικός; Οι άνθρωποι εκείνη την εποχή, εξαιτίας του καθημερινού αγώνα για επιβίωση, ζούσαν λιτή και έως ένα βαθμό οργανωμένη ζωή. Γενικώς, περιγράφεται μια μεγάλη πολυτέλεια που είναι απίθανο να υπήρχε κατά τα προϊστορικά χρόνια.

Επίσης, απίθανη είναι και η σκηνή του παιδιού που μάχεται με έναν λέοντα για να σώσει ένα ελάφι. Το εύλογο θα ήταν το παιδί να προσπαθήσει να διώξει τον λέοντα, ώστε να φάει μέρος του ελαφιού.

Ακόμη τα σπήλαια κατά την προϊστορική εποχή δεν ήταν απλά θεάματα, αλλά μέσα για την προφύλαξη από το κρύο και τα ζώα, κατοικίες ή ιερά. Επιπλέον, πολλά αντικείμενα και όντα της φύσης είχαν πράγματι «μαγικό» χαρακτήρα για τους προϊστορικούς ανθρώπους, αλλά είναι αμφισβητήσιμο κατά πόσο αποδίδονταν τέτοιες ιδιότητες σε ένα συγκεκριμένο λουλούδι. Ο συγγραφέας θα έπρεπε να ενημερώσει τους αναγνώστες του σχετικά με το ποιο λουλούδι είναι αυτό, που απαντάται, βάσει ποίων αρχαιολογικών ευρημάτων θεωρείτο ξεχωριστό κλπ. Η ιστορία με το λουλούδι θυμίζει μεταγενέστερες διηγήσεις παραμυθιών των παραδοσιακών λαών κατά τους ιστορικούς και όχι τους προϊστορικούς χρόνους. 

Όσον αφορά τους γίγαντες που αναφέρονται προς το τέλος του βιβλίου πρέπει να σημειωθεί ότι οι αρχαίοι Έλληνες παρατηρώντας τα μεγάλα οστά προϊστορικών ζώων -τα οποία τώρα μελετά η παλαιοντολογία- νόμιζαν λανθασμένα ότι παλαιότερα έζησαν στη γη γίγαντες. Εξ ου και οι μύθοι για τη γιγαντομαχία. 

Επίσης, το βιβλίο παρουσιάζει τους προϊστορικούς ανθρώπους ως οικολόγους. Ωστόσο, οι άνθρωποι αυτοί πολεμούσαν μεταξύ τους, συνήθως σε αντίπαλες ομάδες και δεν είχαν οικολογικές ευαισθησίες, καθώς η φύση δεν είχε αλλοιωθεί ακόμη από την ανθρώπινη επέμβαση.       

Θετικά στοιχεία:

Θετικά σημεία του ερασιτεχνικού αυτού έργου είναι η γλαφυρή, ομαλή και μάλλον ρέουσα αφήγηση. Επίσης, ορθά περιγράφεται μια προϊστορική λατρεία της φύσης, στοιχείο που θα μπορούσε να αναπτυχθεί περαιτέρω. Εφόσον υπάρχουν ορισμένα υπερφυσικά και μεταφυσικά στοιχεία, αυτά θα μπορούσαν να πολλαπλασιαστούν, ώστε το έργο να ενταχθεί στην κατηγορία της λογοτεχνίας του φανταστικού. Καμία ιδιαίτερη σημασία δεν έχει ότι το κείμενο είναι εύληπτο και κατανοητό, χωρίς πολλές ασάφειες.

Ειδικό συμπέρασμα:


Ωστόσο, ως ειδική κρίση θα λέγαμε ότι το εν λόγω βιβλίο δεν αποτελεί καλό ανάγνωσμα για παιδιά, καθότι είναι ελλιπές και ατελές όσον αφορά την ιστορική πληροφόρηση, ενώ ο συγγραφέας ισχυρίζεται με περισσό θράσος ότι πρόκειται, άκουσον-άκουσον, για "ταξίδι γνώσεων για παιδιά!". Δυστυχώς η ιστορική διαφυγή (escapism) που επικαλείται ο συγγραφέας δεν επιτυγχάνεται, παρά μόνο στη φαντασία του ίδιου. Πρόκειται για μια εντελώς ερασιτεχνική και μη-αξιόλογη λογοτεχνία. Όχι μόνο, δεν πρέπει να δίνουμε στα παιδιά τέτοια αδόκιμα κείμενα, παρά μόνο έργα διεθνώς αναγνωρισμένων, κυρίως κλασσικών, συγγραφέων, αλλά πρέπει και να στηλιτεύουμε την αναισχυντία και την ανοητολογία τέτοιων πεπλανημένων και ανορθόλογων εκδόσεων.

Γενικό συμπέρασμα:

Το περίεργο είναι ότι το διαδίκτυο βρίθει από τέτοιες εκδόσεις. Πρόκειται για έναν καταιγισμό μωρολογίας και δοκησισοφίας. Δεν μας έφθαναν οι άλλες συμφορές, έχουμε και τους αλαφροΐσκιωτους λογοτέχνες που φυσιούν με κάθε ευκαιρία για τα υποτιθέμενα πνευματικά επιτεύγματά τους. Θέλουν όλοι να μοιραστούν ή να λάβουν για τον εαυτό τους δόξα παρόμοια με εκείνη του Σεφέρη και του Ελύτη. Για αυτούς τους ανεκδιήγητους νεοφανείς λογοτεχνίσκους της συμφοράς, το διαδίκτυο είναι μια παιδική χαρά ή η αυλή των θαυμάτων. Με κάθε ευκαιρία προβάλουν τον εαυτό τους, δίνουν παντού το ανούσιο βιογραφικό τους και συνεχίζουν να συνδυάζουν άσκοπα λέξεις σαν μαϊμούδες με τυχαία σειρά στο πληκτρολόγιό τους. Αν τα πρότυπά τους είναι ο Σεφέρης και ο Ελύτης, έχουν πληροφορηθεί λάθος, διότι η εποχή εκείνων πέρασε ανεπιστρεπτί, ό,τι και εάν σήμαινε. Επιπλέον, οι ποιητές και λογοτέχνες αυτοί, όπως και οι περισσότεροι, δεν μπορούν να προσεγγίσουν την ουσία. Απλά κάποιοι από αυτούς είναι πιο φημισμένοι και γνωστοί σε όλους. Όμως η φήμη αυτή δεν αναιρεί την αλήθεια: η ποίηση και η λογοτεχνία σε τελευταία ανάλυση είναι υποκειμενικό ζήτημα, όση αναγνώριση και εάν έχει ο εκάστοτε συγγραφέας. Με άλλα λόγια, παρόλο που η προσέγγιση της πραγματικότητας μέσω της λογοτεχνίας είναι αμεσότερη, δεν παύει να στερείται αντικειμενικότητας, όχι με την πεζή και συχνά χρησιμοποιημένη έννοια, αλλά με την έννοια της προσέγγισης των πραγμάτων, του νοητού κόσμου ως τόπου της αλήθειας, και επέκεινα αυτού. 

Φυσικά και υπάρχουν αθάνατα λογοτεχνικά έργα, όπως αθάνατοι είναι και οι δημιουργοί αυτών. Όσοι όμως μεγάλοι λογοτέχνες αναγνωρίστηκαν στο διάβα της Ιστορίας, ήταν συνήθως διάνοιες και άνθρωποι με ιδιαίτερες ικανότητες, ευρυμαθείς και πολύγλωσσοι. Όλοι αυτοί οι ψευδο-λογοτέχνες που γράφουν ό,τι τους κατέβει στο φτωχό και άθλιο τσερβέλο τους ποιοί είναι; Η απάντηση είναι πως πρόκειται για φανατικούς του είδους, κοινώς "ψώνια", εγωπαθή υποκείμενα που με τη γραφή εξωτερικεύουν τα απωθημένα τους. Το θέμα όμως είναι ότι νομίζουν, ο καθένας για τον εαυτό του, ότι εκπροσωπούν τη Λογοτεχνία! Ποιά λογοτεχνία; Τη δική τους λογοτεχνία, την οποία θεωρούν ως την καλύτερη!