Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.

Σάββατο, 12 Οκτωβρίου 2013

Η ύλη της φαντασίας από το άπειρο στην υπερβολή

                                      
                                   

Η γένεση της αμφισβήτησης όσον αφορά τη δημιουργική φαντασία για τον Πλωτίνο συνίσταται σε μία διαρκή προβολή ενός ειδώλου σε ένα άλλο είδωλο, χωρίς πέρας. Ο απατηλός κόσμος των αντανακλάσεων έχει να κάνει πρώτιστα και κύρια με την ύλη της φαντασίας. Στις Εννεάδες, Ι.4.10, ο Πλωτίνος συγκρίνει την ύλη με κάτοπτρο. Ό,τι αντικατοπτρίζεται σε αυτό είναι μόνο μία εικόνα ή αναληθές ον (εἴδωλον ὄν καὶ εἰς οὐκ ἀληθινόν οὐκ ἀληθές).[1] Η εικόνα αυτή της ύλης είναι εικόνα ενός άλλου προτύπου και ούτω καθ’ εξής. Αν εμείς αντιλαμβανόμαστε την ύλη ως υπαρκτή είναι γιατί βλέπουμε σε αυτή το ουσιαστικό βάθος της γνώσης.[2]Φαίνεται να υπάρχει μία διαφορά ανάμεσα στο είδωλο και το κάτοπτρο, αφού το πρώτο απεικονίζεται στο δεύτερο. Όμως υπάρχει η περίπτωση και το κάτοπτρο να απεικονίζεται ως είδωλο σε ένα άλλο κάτοπτρο και ούτω καθ’ εξής.[3] Έτσι θεωρώντας τις σχέσεις ανάμεσα στις υποστάσεις υπό την οπτική της αντανάκλασης, και δεδομένου ότι η αισθητή ύλη ταυτίζεται με το άπειρο, η αλυσίδα των αντανακλάσεων δεν έχει πέρας. Η νοητή ύλη καθρεφτίζει τον εαυτό της ως ετερότητα του Ενός, ενώ η αισθητή ύλη θα πρέπει να αντανακλάται, είτε στην ψυχή, όπου θα πρέπει να βλέπει τον εαυτό της, αλλά ως κατώτερη ψυχή, είτε στον εαυτό της, οπότε θα είναι και κάτοπτρο και είδωλο μαζί. Πρόκειται για ένα αβυσσαλέο κάτοπτρο που θα έχει ένα αβυσσαλέο είδωλο. Μόνο με την αναβάθμιση της αισθητής ύλης σε νοητή, καθώς προσεγγίζει τη πηγή κάθε αντανάκλασης, ο καθρέφτης των αντανακλάσεων και των παραμορφώσεων σπάει και η ύλη φωτίζεται.   
Παρόλα αυτά η φαντασία παραμένει ένας τρόπος να εξελίσσεται η ζωή, η νόηση, το είναι και το γίγνεσθαι. Η λειτουργία της φαντασίας είναι απελευθερωτική όταν πετυχαίνει να προσανατολίσει εκ νέου σε μία άλλη διέξοδο προς την πραγματικότητα· είναι όμως υποδουλωτική όταν, δημιουργώντας εμμονές, παγιώνει τον τρόπο σκέψης. Για παράδειγμα η ώριμη υπαρξιστική φιλοσοφία του Ζαν-Πωλ Σαρτρ στηρίχτηκε ακριβώς στη λειτουργία της φαντασίας και της εικονοποιείας,[4] όπως ερμηνεύτηκε πριν τον πόλεμο από τον ίδιο. Το ελεύθερο υπαρξιστικό υποκείμενο[5] γεννιέται από το άνοιγμα της σκέψης προς το πραγματικό· βασική προϋπόθεση για αυτή τη διάνοιξη είναι η φαντασία. Καθώς κανείς χρησιμοποιεί την ικανότητα του να φαντάζεται τον κόσμο, το επόμενο λογικό στάδιο είναι η δράση, με στόχο τη δημιουργία των προϋποθέσεων για την καλυτέρευσή του. Με βάση αυτή παράγεται όχι ό,τι περιέχεται εντός της, αλλά δυνατότητες, απρόσμενοι συνδυασμοί, εντάσσοντας τη συνείδηση σε μία συνολική δομή, κατά τρόπο που δεν μπορεί να πετύχει ο άνθρωπος χωρίς τη βοήθειά της. Η φαντασία είναι μία υπερβολή και υπέρβαση εκ του γεγονότος όχι της έλλειψης πιθανής σχέσης μαζί της, αλλά λόγω του ανεξάντλητου, ενίοτε πηγαίου δυναμισμού της. Ο τύπος αυτού του δυναμισμού είναι κατεξοχήν εσωτερικός και δευτερευόντως εξωτερικός, έχοντας ως αντικείμενο προς διαμόρφωση τη «φανταστική ύλη». Η φαντασία καταλαμβάνει τον χώρο μεταξύ του ασυνειδήτου και του συνειδητού, όντας πέραν της συνήθειας και της πεζότητας.
Η νωθρή ονειροπόληση προσφέρει την απαραίτητη ανάπαυλα για την ανατροφοδότηση του στοχασμού. Είναι μία διαλειμματική χαρά, αν και ο τύπος της ενέχει ποικιλίες και συγκινήσεις. Αφορά άλλοτε τα μικρά και άλλοτε τα μεγάλα και σπουδαία, με ή χωρίς πρωταγωνιστές, φεύγοντας ανεπαισθήτως όπως ήλθε, χωρίς να αφήσει ίχνη. Βρίσκεται ένα βήμα πριν το όνειρο, ελεγχόμενη μόνο εν μέρει. Καλλιεργείται μέσα από την Τέχνη, διότι όπως και η συλλογική μνήμη στηρίζεται σε αρχέτυπα, εικόνες και σύμβολα, μύθους και τύπους, σχετικά με την κοινωνία και τη φύση. Εάν έχει δομή αυτή είναι ουσιαστικά φανταστική. Όταν υπάρξει η δυνατότητα ερμηνείας της ποτέ δεν πρόκειται για μία συνολική δομική ερμηνεία, αλλά μόνο για επιμέρους συσχετίσεις, συστήματα και κώδικες. Εάν η σκέψη και η γλώσσα αδυνατούν να εκφράσουν το όλο, η φανταστική ονειροπόληση ξαφνιάζει με την ευρηματικότητά της. Ο συνειδητός άνθρωπος διστάζει να προχωρήσει, κρυφοκοιτάζοντας με περιέργεια προς τον τόπο όπου θα πρέπει να βρίσκεται προσωρινά η αλήθεια, όμως η φαντασία είναι ήδη εκεί με ορμή, αλλά εξαιτίας αυτής δεν μπορεί να παραμείνει. Οι εντυπώσεις που παρέχει είναι φευγαλέες και γοητευτικές, ονειρικές και παιγνιώδεις. Για να γεφυρώσει το κενό προς ό,τι την τροφοδοτεί, εγκαθιδρύει αντιστοιχίες ανάμεσα στο είναι και τη σκέψη. Όμως λόγω της εικονικής παρουσίας της, η φαντασία δεν αναμιγνύεται παρά μόνο στην μεταφορά από το ένα σημείο στο άλλο, διότι παρά την ευμετάβλητη και εύπλαστη ύλη της, διαθέτει όρια που δεν τα θέτει η ίδια.



Ο φιλόσοφος που ερμήνευσε πάμπολλες όψεις της φαντασίας, ο Γκαστόν Μπάσελαρ (Gaston Bachelard), τόνισε τη μεταίχμια θέση της ανάμεσα στο ασυνείδητο και τη λογική, τοποθετώντας τη στο κατώφλι του λογικού, της αντικειμενικής γνώσης. Παραδόξως η θεωρία της φαντασίας που προέβαλε, δεν στηρίχτηκε μόνο στις ποιητικές εικόνες που αφθονούν στην Τέχνη, αλλά στηρίχτηκε σε μία «υλική φαντασία».[6] Δεδομένης της προσωπικής υλικότητας εκάστου ανθρώπου, εύκολα συνάγεται η ύπαρξη μίας «φανταστικής ύλης», κατά τον τρόπο ίσως που ο Πρόκλος αναφερόταν σε μία «φανταστή ὕλη», που προηγείται της «νοητής ύλης», δηλαδή της νοητικής επεξεργασίας των δεδομένων των αισθήσεων. Η αληθινή πειθώ για τον Μπάσελαρ δεν μπορεί να υπάρξει χωρίς την ονειροφαντασία,[7] στη λεωφόρο της οποίας αποδίδονται οι σκέψεις. Η παραδοξότητα της θέσης αυτής έγκειται στην παραδοχή ότι η σκέψη που διατείνεται πως προσεγγίζει το πραγματικό δεν μπορεί να το προσεγγίσει καίρια και ουσιαστικά, παρά μόνο εάν απομακρυνθεί από αυτό. Τίθεται όμως θέμα πειθούς πιο πολύ παρά αντιστοίχησης της σκέψης προς την αλήθεια. Η πειθώ σχετίζεται προς την αλήθεια αλλά αφορά τον τρόπο παρουσίασής της. Εάν λοιπόν η σκέψη αποδίδεται στις ονειροφαντασίες είναι για να παρουσιαστεί πιο ωραία; Όχι εάν ο τρόπος έκφρασης και το περιεχόμενο συμπίπτουν· προκρίνεται έτσι η αντιστοιχία προς την αλήθεια των αισθησιακών αξιών από αυτή των αισθητηριακών. Το θέμα είναι γιατί να επιλεγεί η μία ποιητική εικόνα από κάποια άλλη, και ακόμη γιατί να επιλεγεί η συγκεκριμένη ερμηνεία της από μία άλλη. Έκδηλη είναι η ταλάντευση ανάμεσα στην εξορθολογίκευση και την υποκειμενοποίηση, η έλλειψη του θεμελίου που θα σταθεροποιούσε το κριτήριο της επιλογής, η διττή κλίση του επιστήμονα-φιλοσόφου και του καλλιτέχνη, ποιητή-φιλοσόφου. Η ταλάντευση αυτή επιτείνεται καθώς οι εικόνες δεν παγιώνονται αλλά παραμένουν διαρκώς ρευστές. Κατά τον Μπάσελαρ, η φαντασία ως θεωρία της ύλης οδηγείται αναπόφευκτα στην υπερβολή.[8] 
                                    





[1] Ἐννεάδες ΙΙΙ.6.3.
[2] Πρβλ. την άποψη του Werner Heisenberg (Φυσική και Φιλοσοφία, μτφρ. Δημοσθένης Κούρτοβικ, Αθήνα 1978, 24-5), ότι κάθε απόφανση για το βαθμό της γνώσης μας ως προς την πραγματική κατάσταση στηρίζεται στην «πιθανότητα» στα μαθηματικά ή στη στατιστική. Με την κβαντομηχανική εισήχθη ένα νέο είδος φυσικής πραγματικότητας, που βρίσκεται κατά κάποιο τρόπο στο μέσο μεταξύ δυνατότητας και πραγματικότητας.
[3] Στο έργο του Tzvetan Todorov (Introduction à la littérature fantastique, Éditions du Seuil, Paris 1970, 126-130) με αφορμή το θέμα του εαυτού και τις μεταμορφώσεις του, η λειτουργία της φαντασίας, όσον αφορά τη λογοτεχνία, συγκρίνεται με μία σειρά βλεμμάτων και αντανακλάσεων από κάτοπτρα και φακούς, υποδηλώνοντας τον ομιχλώδη χαρακτήρα της. Εύλογα διαφαίνεται η αντιστοιχία με τον κόσμο της ύλης, όπως περιγράφεται από το Νεοπλατωνισμό. Όμως ενώ στο έργο του Πλωτίνου η αοριστία και το χάσιμο στις «εικόνες του βλέμματος» ανάγεται τελικά σε μία πρωταρκτική απλότητα, δηλαδή την αλήθεια του Ενός, στη λογοτεχνία η μόνη υπόσχεση ενοποίησης είναι η αναγωγή στο εγώ.
[4] Jean Paul Sartre, The Imaginary. A phenomenological psychology of Imagination, translation, introduction by Jonathan Weber, Routledge, London-New York 2004, 5.
[5] Βλ. Ζαν-Πωλ Σαρτρ, Ο Υπαρξισμός είναι ένας ανθρωπισμός, μτφρ. Κ. Σταματίου, εκδ. Αρσενίδης, Αθήνα χ.χ., 18, 22 κ.ε. 
[6] Gaston Bachelard, Το Νερό και τα Όνειρα. Δοκίμιο πάνω στην φαντασία της ύλης, μτφρ. Έλση Τσούτη, εκδ. Χατζηνικολή, Αθήνα 1985, 19.
[7] «Το όνειρο είναι πιο δυνατό από την εμπειρία». Βλ. Gaston Bachelard, Η ψυχανάλυση της φωτιάς, μτφρ. Γιάννης Εμίρης, εκδ. Ερατώ, Αθήνα 1987, 46.
[8] Αυτή η υπερβολή σηματοδοτεί μία μετάβαση από το αρνητικό άπειρο της ύλης σε έναν εξαγιασμό της ως διάρκεια της στιγμής μέσω του διαλογισμού, «όταν το παρόν δεν περνάει» (Βλ. Γκαστόν Μπάσελαρ, Η εποπτεία της στιγμής, μτφρ. Κωστής Παπαγιώργης, εκδ. Καστανιώτη, Αθήνα 1997, 74), παραπέμποντας στις πνευματικές ασκήσεις των μυστικών της Ύστερης Αρχαιότητας.  

Παρασκευή, 15 Μαρτίου 2013

Σώζειν τα φαινόμενα



Το έργο του Όουεν Μπάρφιλντ (Owen Barfield) μπορεί να θεωρηθεί ένα μανιφέστο διακήρυξης της επιστημονικής υποψιασμένης στάσης απέναντι στην πραγματικότητα. Ο κόσμος που μελετά η επιστήμη δεν είναι, κατ’ αυτόν, ουδόλως ο κόσμος των αισθήσεων, ή των συλλογικών κοινωνικών παραστάσεων, αλλά ένας άλλος αόρατος κόσμος, κρυμμένος από την αντίληψη, ο οποίος όμως ίσως κινεί ανάλογες υποψίες ως προς την αλήθεια του. Ο Μπάρφιλντ φέρνει το κάτωθι παράδειγμα για να διαχωρίσει τη μετάβαση από το μεσαιωνικό στο νεώτερο επιστημονικό τρόπο σκέψης. Εάν πάει κανείς σε μία εκκλησιαστική λειτουργία όπου ταλαντεύεται ένα θυμιατό, είτε θα προσέξει όλη την αναπαράσταση, είτε θα επιλέξει να προσέξει την πέρα δώθε κίνηση του θυμιατού. Στη δεύτερη περίπτωση, αν ήταν ο Γαλιλαίος, θα ανακάλυπτε το νόμο του εκκρεμούς (στην πραγματικότητα δεν ήταν ένα θυμιατό αλλά μία λάμπα στον καθεδρικό ναό της Πίζας που παρατήρησε). Η διαφορά έγκειται στη μετατόπιση της προσοχής και παύση της συνειδητής συμμετοχής, ενώ και οι δύο στάσεις είναι εξίσου ενδιαφέρουσες. Η υποψία όμως έρχεται εξαιτίας αυτής της διαφοράς ανάμεσα στα φαινόμενα και τη σκέψη. Χαρακτηριστική θέση της υποψιασμένης στάσης του Μπάρφιλντ είναι για την εξέλιξη της ανθρώπινης συνείδησης, η οποία κινητοποιείται διαρκώς από την αναζήτηση του κρυμμένου για να «σώσει τα φαινόμενα».
Ωστόσο, ακόμη και εάν ο αρχαίος κόσμος των ειδώλων γνώρισε μία άλλη ιστορική μορφή στον 20ον αι., η αίσθηση της υποψίας της χριστιανικής συνείδησης στράφηκε απέναντι στο felix eidolon, ενώ και η νέα ειδωλολατρία συχνά είχε την αίσθηση πως ο κόσμος που βιώνεται δεν είναι ο πιο πραγματικός.
O Μπάρφιλντ ισχυρίστηκε ότι τα είδωλα των αρχαίων ήταν αμέτοχα για τους Εβραίους και τους Χριστιανούς, κενά νοήματος, ενώ η μετοχή αφορούσε στο YHYH και τον Ων αντίστοιχα, αυτός ήταν για αυτούς ο δρόμος της αλήθειας. Είναι αλήθεια βέβαια ότι για τους αρχαίους παγανιστικούς λαούς, η δυνατότητα συμμετοχής στην αλήθεια συντελούνταν μέσω της φυσικής πραγματικότητας, όσον αφορά κυρίως στο βίωμα και τις νοοτροπίες, αν και υπήρχε η φιλοσοφική οδός της νόησης. Κατά τον Μπάρφιλντ στον Νεώτερο Κόσμο έπειτα από την επιστημονική επανάσταση παρατηρήθηκε μία έλλειψη μετοχής, μία μηχανοποίηση, μία νέα μορφή ειδωλολατρίας, όπου πάλι τα είδωλα στερούνται αληθινού νοήματος, που να χαρακτηρίζεται από σταθερότητα και μονιμότητα. Στην επιστήμη υφίσταται μία μορφή μετοχής, που αφορά ένα άλλο επίπεδο σκέψης.[1] Όμως αυτό δεν είναι τελειωτικό, απόλυτο, μοναδικό ή σωτήριο, αφού χάνεται πίσω από μία πολλαπλότητα νοήματος, και άρα πρόκειται για μία άλλη ειδωλολατρία.[2] 
Έτσι, η μετάθεση των κόσμων σε ένα άπειρο σύμπαν έστω και με πεπερασμένα όρια της σύγχρονης φυσικής δεν μας οδηγεί παρά σε μία άλλη μετάθεση. Ακόμη, και πίσω από κάθε αναίρεση της μεταφυσικής κρύβεται μία άλλη μεταφυσική. Πίσω από κάθε υποψία βρίσκεται μία άλλη υποψία. Εφόσον ξερπερνώνται το κλειστό, ορθολογικό αρχαιοελληνικό σύμπαν, η μετεμψύχωση ή η αιώνια επιστροφή, τότε ίσως επανέλθει το όνειρο του παραδείσου και της αιώνιας ζωής. Θέλουμε να γνωρίσουμε τι είναι αυτό που όχι μόνο κρύβεται αλλά αποτελεί μία προσδοκία απόλυτης φανέρωσης. Αν πιστέψουμε ότι τίποτε δεν υπάρχει που να μην παύσει κάποτε να υπάρχει, έρχεται το πέρασμα στην ανέλπιδη ελπίδα να υπάρχει κάτι παντοτινά. Αν το αληθινό Ον βρίσκεται στο εδώ και το τώρα, ως αδιάκοπο υλικό παρόν του ίδιου και κάθε άλλου, η συνείδηση αναζητά την επιβεβαίωσή της, χωρίς να μπορεί να βρει τον εαυτό της. Το θέμα είναι, αν τον βρει, να μην τον χάσει εκ νέου.



[1] Βλ. την ανάλυση στο έργο του Owen Barfield, Saving the Appearances. A Study in Idolatry. Wesleyan University Press, Middletown, Connecticut 1988², 92-115. 
[2] Αν και τα είδωλα είναι αναπαραστάσεις μόνο των ιδεών, από την Αρχαιότητα μέχρις σήμερα γίνεται μία μάχη για τον καθορισμό των «συλλογικών αναπαραστάσεων». Βλ. Owen Barfield, στο ίδιο 36-38. Με τον Barfield μοιάζει να συμφωνεί και ο μελετητής του εσωτερισμού Joscelyn Godwin, που θεωρεί την «εποχή του Δαρβίνου και του Φρόιντ» ως «άψυχη». Βλ. The Golden Thread. The Ageless Wisdom of the Western Mystery Traditions. Theosophical Publishing House, Wheaton, Illinois/ Chennai, India 2007, 143-150.  

Τετάρτη, 6 Μαρτίου 2013

ΟΜΟΙΩΜΑ ΚΑΙ ΑΛΗΘΕΙΑ



Από τον Σοφιστή του Πλάτωνα, όπου γίνεται λόγος για την τεχνητή εικόνα, που δεν είναι πιστή αναπαράσταση αλλά μία ομοίωση [1], έως την επανάληψη της διαφοράς του Ζιλ Ντελέζ [2], η έννοια του simulacrum υπάρχει ως το ακαθόριστο των μεταλλαγών, που δεν εδράζει, ούτε στο Υποκείμενο, ούτε στο Αντικείμενο, αλλά σε έναν ανοίκειο χώρο, απροσέγγιστο, απατηλό. Υπάρχουν αρκετά γνωστά έργα που χρησιμοποιούν την ιδέα του simulacrum. Στο χώρο της Επιστημονικής Φαντασίας, το έργο του Karel Čapek, R.U.R Rossums Universal Robots, εμφανίστηκε το 1921, εισάγοντας στο λεξιλόγιο τον όρο «ρομπότ». Ο Čapek αναφέρεται σε ένα εργοστάσιο παραγωγής ανδροειδών, που μοιάζουν επιφανειακά ανθρώπινα. Η χρησιμοποίησή τους όμως από τον άνθρωπο δεν διαρκεί πολύ, διότι ακολουθεί η επανάστασή τους και ο αφανισμός του ανθρώπινου είδους.



 Στο έργο του Stanislaw Lem, Solaris (1961), τα ομοιώματα των εξωγήινων συγχέονται με τα ομοιώματα των γήινων, σε ένα παιχνίδι όπου δεν ξεχωρίζει το νόθο και το αληθινό. Ακόμη, όλο το έργο του Philip Dick διαπνέεται από το ίδιο θέμα, με ιδιαίτερα αντιπροσωπευτικό το ομώνυμο μυθιστόρημα The Simulacra (1964), που αφορά στην έννοια της ομοίωσης ως μέσο εξαπάτησης και κυριαρχίας. Αλλά και το έργο του ίδιου, το Do Androids Dream of Electric Sheep? (1968), μεταφέρθηκε με επιτυχία στην οθόνη με την ταινία Blade Runner, απεικονίζοντας ένα όχι τόσο μακρινό μέλλον, όπου η ανθρώπινη κοινωνία και ο κόσμος βρίθει ομοιωμάτων.


Το ομοίωμα είναι μία αντανάκλαση, που αντανακλά και πάλι το ομοίωμα, μία άλλη αντανάκλαση. Το ομοίωμα, αν και κατάγεται από την φαντασία, είναι λιγότερο φανταστικό από τα καθαρά πλάσματα της φαντασίας. Όταν ο επιστήμονας Φρανκεστάιν σκέφτεται να δημιουργήσει το εξάμβλωμα του, το τέρας του Φράνκεστάιν, εξαρτάται μόνο από τον ίδιο εάν θα το φέρει στη ζωή. Με άλλα λόγια, ο νεαρός επιστήμονας είναι ελεύθερος, και απολύτως υπεύθυνος για ό,τι πρόκειται να δημιουργήσει. Το τέρας του Φρανκεστάιν είναι πράγματι τερατώδες και ομοίωμα, ενώ ο δημιουργός του αναρωτιέται για την αλήθεια του ομοιώματος, γεγονός που υποδηλώνεται από το ότι βρίσκεται διαρκώς στα ίχνη του, όπως και το τέρας της ομοίωσής του τον ακολουθεί όπου και εάν πάει. Το τέρας του Φρανκεστάιν δεν είναι φυσικό, αλλά ομοίωμα παρά φύση, αν και πραγματικό υλικό ον, άρα δεν κατάγεται από μία αγαθοποιό αρχή, αλλά προκαλεί στον δημιουργό του όλα τα ηθικά διλήμματα, που συνοδεύουν έκτοτε το επιστημονικό πνεύμα. Έτσι η πραγματικότητα του τέρατος του Φρανκεστάιν χάνει μέρος της βαρύτητάς της, είναι ένα ομοίωμα της πραγματικότητας, όπως και η νουβέλα της Μαίρη Σέλλευ [3] είναι ένα ομοίωμα, μία φανταστική επινόηση και όχι μία πραγματικότητα, αν και κρύβει την αλήθεια για την ανθρώπινη ελευθερία.   
Ένα ερώτημα που τίθεται είναι αν βρίσκεται κάποιο τέλος, ένας σκοπός και προορισμός σε μία απόλυτη ομοίωση, πέραν όλων των μεταλλαγών και μεταμορφώσεων. Συχνά υποθέτουμε ότι υπάρχει πράγματι μία έσχατη ομοίωση [4]. Εάν η ομοίωση είναι πραγματικά πετυχημένη, όσο και η πραγματικότητα, ποιός ο λόγος να διαφέρουν; Επίσης, αν η ανθρωπότητα βίωνε μία καθολική ομοίωση, δεν θα επρόκειτο για υποχώρηση στην ψευδαίσθηση ή στην πίστη ότι όλα αποτελούν περιεχόμενο του ανθρώπινου νου, καθώς η ομοίωση και όχι ο νους δημιουργεί τις παραστάσεις. Χωρίς αυτήν την πρωταρχική οπτική δεν μπορεί να υπάρξει κανένα βλέμμα, και κάθε βλέμμα θα χανόταν, καθώς δεν θα υπήρχε κανένας ορίζοντας σε μία ατελεύτητη έρημο. Όμως αν υπάρχει πράγματι αυτή η πρωταρκτικότητα του βλέμματος, αυτού που οδηγεί στην αναπαραγωγή των υπολοίπων, τότε και αυτή η αρχική οπτική δεν θα ήταν μία οπτική πέραν κάθε αλήθειας. Αντίθετα θα εντασσόταν εις το διηνεκές στο παίγνιο των αλλαγών και των κοιταγμάτων. Το θέμα είναι ότι η ακούραστη και φιλεύρευνη σκέψη του ανθρώπου έχει ανάγκη όχι να δικαιωθεί, αλλά αυτός να μπορεί να κοιτάξει κατάματα το φως και τότε να μισοκλείσει τα βλέφαρα, γιατί αλλιώς θα τυφλωθεί από την ανελέητη φωταύγεια.
Όταν ο Jean Baudrillard σημειώνει στο έργο του Simulacres et Simulation ότι η αδυνατότητα να αποκαλυφθεί το απόλυτο επίπεδο του πραγματικού είναι της ίδιας τάξης με την αδυνατότητα να υπάρξει η ψευδαίσθηση, δεν εννοεί μόνο ότι το πραγματικό δεν είναι πια δυνατό, μία παρωδία, μία υπερ-ομοίωση [5] . Η ομοίωση δεν μπορεί να διαλυθεί απλώς με την έλευση της αυθεντικότητας. Ωστόσο, τα νοήματα δεν παύουν επειδή βάλλονται από άλλα νοήματα. Αυτό που θα φανερωνόταν ως νεόκοπο δεν χάνεται, αλλά επανατίθεται. Το ομοίωμα διακρίνεται σαν μία ψευδαίσθηση, μία παροδική άρνηση του αληθινού, και αρχίζει εκεί που το αληθινό του πραγματικού αμφισβητείται. Το μη-ον του ομοιώματος, των simulacra, δεν αρνείται το νόημα, παρακινεί την παραγωγή του. Φυσικά, εάν επαναληφτεί, ίσως οδηγηθεί και πάλι σε ένα άλλο simulacrum. Μακάρι, η πραγματικότητα του νοήματος, των ανθρώπινων σχέσεων, να υπήρχε ως απόλυτη αλήθεια. Η βεβαιότητα που θα υποκαθιστούσε το ομοίωμα δεν θα επαρκούσε να εξαλείψει το βλέμμα της διαφοράς, με μία ταυτότητα. Όλη η υφέρπουσα διαδικασία της παραγωγής νοήματος δεν είναι σχεδόν ποτέ ορατή, ούτε κατανοητή εκατέρωθεν. Δεχόμαστε συχνά λοιπόν ότι ένα simulacrum αντικαθιστά ένα άλλο simulacrum.
Αυτή η στροφή των υποψιών ενάντια στο εικονικό, και στη δημιουργία ψευδεπίγραφων ομοιωμάτων του πραγματικού, φάνηκε στην παντελή άρνηση της κοινωνίας του θεάματος από τον Γκυ Ντεμπόρ [6] και κάποιους από τους Καταστασιακούς. Ωστόσο, δεν προέβλεψαν τη λαγνεία των μαζών του καπιταλισμού και της φιλελεύθερης δημοκρατίας για συμμετοχή στην κοινωνία αυτή. Η δυνατότητα για μία νέα πιο ενεργητική ζωή στο εσωτερικό της κοινωνίας του θεάματος υπάρχει πλέον σε περισσότερους ανθρώπους. Η ψηφιακή ζωή δεν είναι ένα είδος εμπορεύματος που διαψεύδει τον εαυτό του, μία αφαίρεση που οργανώνει μοναχικά πλήθη. Όμως η έντονα δικαιολογημένη μαρξιστική κριτική βρίσκεται τώρα εμπρός στον συνδυασμό της εικόνας με το περιεχόμενο που κατορθώνεται με τέτοιο τρόπο ώστε να αναβαθμίζεται και να διευρύνεται η ανθρώπινη λογιοσύνη. Η αναπαράσταση της ενεργούς ψηφιακής ζωής δεν είναι απλώς αναπαράσταση, που δεν επιτρέπει ή συσκοτίζει την εμφάνιση ενός υποτιθέμενου κρυμμένου επιπέδου ανθρώπινων χαρακτηριστικών, αλλά είναι ταυτόχρονα συνειδητοποίηση της γνώσης, προσέγγιση του συγκεκριμένου, εύρεση του ψυχαγωγικού και του ωραίου, διαρκές θέαμα και κατά βούληση εξέλιξη. Όμως, όπως είχε προβλεφτεί από την Επιστημονική Φαντασία, δεν περνάμε για μία ακόμη φορά στην αλήθεια του νοήματος, αλλά στο θέαμα ή ομοίωμά της, το οποίο τώρα διαμορφώνει την αλήθεια, όταν η υποψία περί της αλήθειας απομακρύνεται, αλλά μόνο προσωρινά.





[1] Πλάτων, Σοφιστής 236b, 264c.
[2] Gilles Deleuze, Difference end Repetition, Transl. by Paul Patton, Columbia University Press, New York 1994, 1-27, για το Simulacrum βλ. 66-69, 277-8 κ.α.  
[3] Mary Shelley, Frankenstein or the Modern Prometheus. Edited with an Introduction and Notes by Maurice Hindle, Penguin 1992.
[4] Πολύ ενδιαφέρουσα είναι η ανάλυση του David J. Chalmers, στο S. Schneider (ed.), Science Fiction and Philosophy. From time travel to superintelligence. Wiley-Blackwell, U.K. 2009, 33-52, καθώς δείχνει ότι η υπόθεση της γενικής ομοίωσης δεν είναι κατεξοχήν σκεπτικιστική αλλά μεταφυσική.
[5] Jean Baudrillard, Simulacra and Simulation. Transl. by Sheila Faria Glaser, The University of Michigan Press, 2010 (1981), 19.
[6] Βλ. Γκυ Ντεμπόρ, Η Κοινωνία του Θεάματος. Μτφρ. Βασίλης Τομανάς, Εκδοτική Σ. Γ. Πασχάλης, Θεσσαλονίκη 1986, 9-53 κ.α.