Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.

Σάββατο, 3 Ιανουαρίου 2009

Η ΠΛΑΤΩΝΙΚΗ ΥΠΟΣΧΕΣΗ ΒΕΒΑΙΟΤΗΤΑΣ


Α’ ΓΝΩΣΙΟΛΟΓΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

Η ρήση του Σωκράτη «εν οίδα, ότι ουδέν οίδα» δεν υποδηλώνει απαραίτητα ή και μόνο τον αγνωστικισμό. Αντίθετα μπορεί ίσως να υποδηλώνει και τη μεγαλύτερη υπόσχεση γνωστικής βεβαιότητας που έγινε ποτέ. Το να λέμε ότι υποδεικνύει αποκλειστικά την οδό του αγνωστικισμού δείχνει έλλειψη σωστής κατανόησης των ιστορικών και φιλοσοφικών συμφραζομένων της. Ο πλατωνισμός, όχι μόνο όπως εμφανίστηκε εξαρχής με τη φιλοσοφία του ίδιου του Σωκράτη και του Πλάτωνα, αλλά και μέσα από την επιρροή που άσκησε μέχρι σήμερα, αποτελεί τη σημαντικότερη και ουσιωδέστερη προσπάθεια της ανθρώπινης ψυχής να συλλάβει την ίδια την αλήθεια του πραγματικού σε όλη της την έκταση. Ο κόσμος των ιδεών είναι η μόνη πραγματικότητα στην οποία ανατρέχει η ανθρώπινη σκέψη από τη στιγμή που τη συνέλαβε. Δεν πρόκειται απλώς για μία διαμεσολάβηση, ούτε για έναν άλλο περισσότερο αληθινό κόσμο, κατά τον τρόπο που παρουσιάστηκε μέσω του Χριστιανισμού. Πρόκειται στην πιο σχηματική μορφή του για το στοιχειωδέστερο, αλλά και τον περισσότερο απαραίτητο τρόπο ελέγχου, μέτρησης και κατανόησης όλου του υπαρκτού. Κοντολογίς πρόκειται για μία επιστημονική μεθοδολογία. Αυτή η φαινομενικά αγνωστικιστική ρήση του Σωκράτη στήριξε την πιο μεγαλειώδη ανθρώπινη προσπάθεια θεμελίωσης και κατασκευής γνωστικής εγκυρότητας. Το ίδιο το σύνολο της επιστημονικής γνώσης, ακόμη και σήμερα υποβάλλει τα σέβη του στη θεωρία του Πλάτωνα. Ολόκληρη η Δυτική προσπάθεια αναζήτησης της γνώσης εξαρτάται από το πλατωνικό διπλό – για να μην πω δυϊσμό· στην προσπάθεια δηλαδή να ανακαλύψει την αληθινή φυσική πραγματικότητα πίσω από τα φαινόμενα. Όταν υποστηρίζεται η ύπαρξη νόμων, αρχών, κατηγοριών, αξιωμάτων και γνώσεων που ερμηνεύουν ή κινούν ό,τι υπάρχει, κάθε παρόμοια προσπάθεια αναφέρεται έμμεσα ή άμεσα στη θεωρία των Ιδεών του Πλάτωνα. Η Ηθική, το Δίκαιο, η Επιστήμη, η Τέχνη, η Θρησκεία και γενικά κάθε έκφραση της ανθρώπινης νόησης, δεν καταλήγει παρά στο σημείο το περισσότερο πλήρες: της γνώσης που αποκαλύπτεται ή ανακαλύπτεται, ερμηνεύεται και κατανοείται, ακόμη και διαμέσου της παραστασιακής ή και γενικά της δραστηριοποίησης του συνόλου του ανθρώπινου όντος, όταν καθοδηγείται από το βασιλέα Νου. Ωστόσο, η πλατωνική θεωρία δεν είναι απαραίτητα νοησιαρχική: την οδήγησαν κάποιοι να γίνει. Η γνώση και η επιστήμη είναι θεμελιωμένες και οι δύο στη διττή συνείδηση, στη συνείδηση που διαρκώς υποψιάζεται ότι (αυτ)απατάται.
Από την άλλη, όμως, από τη θεώρηση ενός πάγιου συστήματος ιδεών, όταν αυτό υπολείπεται ως προς τη δυναμικότητα και ζωντάνια, μπορεί να προκύψει η υποψία της συντήρησης και ανελαστικότητας, όπως και να εκληφθεί ως ένας ακραίος ρεαλισμός. Κρύβει τότε την υποψία του έλλογου και του ηθικού, που αντιπαρατίθεται στην υποψία του ευμετάβλητου και του εφήμερου, του άλογου και του αδύναμου. Την ίδια στιγμή συμβαίνει η σύγκρουσή τους. Την ίδια ώρα υπάρχουν η μόνιμη τάση για διαφυγή και παραμονή· μέσα στο ον του αδιάπτωτα παρόντος κάθε έξοδος διαψεύδεται, αναβάλλεται. Κάθε υπαναχώρηση είναι μάταιη, όπως και κάθε προβολή της επιθυμίας, αφού το πλαίσιο είναι δεδομένο. Ωστόσο, μέσα από τη συντηρητική θεώρηση του κόσμου, η μεταφυσική ελπίδα, η ανάγκη και ο πόθος της επιστροφής, επιτρέπουν το διάρρηγμα, καθώς αφήνουν το κενό να πληρούται από τη μυστική διάθεση και το όνειρο της πραγμάτωσης του ανέφικτου.


Β’ ΜΕΤΑΦΥΣΙΚΗ ΒΕΒΑΙΩΣΗ

Ο κόσμος των ιδεών μπορεί κάλλιστα να μεταστραφεί και να αντιστοιχήσει στο αντίθετό του, δηλαδή το ίδιο να καταστεί άλλο, η στάση να γίνει κίνηση και η ίδια η ουσία να μεταμορφωθεί πολύτροπα. Μέσα από τη διαλεκτική των σχέσεων κινητοποιεί και οργανώνει, ενώ την ίδια στιγμή δέχεται επιδράσεις με την έννοια ότι προσαρμόζεται, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι μεταβάλλεται. Ταυτόχρονα συνιστά και συνίσταται από κάθε τι που μπορεί να σταθεί ως λόγος και αρχή. Ως σύνολο συνεκτικών και ρυθμιζόντων μορφών διαμορφώνει κάθε αισθητή φανέρωση, είτε λογαριάσουμε την αντιστροφή της μεταφυσικής ή και όχι. Ο πλατωνισμός αντιστάθηκε στη λήθη και την αδράνεια, χωρίς να γίνει ένα κλειστό και ανελαστικό σύστημα. Η δομή του αποδείχτηκε τελικά ότι διέθετε αρκετές διαφυγές και διεξόδους, ώστε να μην αποτελέσει φραγμό για την εξέλιξη της μυστηριακής πλευράς της θρησκευτικότητας. Αναγεννημένος πάμπολλες φορές, ο πλατωνισμός ξεδίψασε και έθρεψε την ανθρώπινη αναζήτηση για ουσία, γνώση και μεταφυσική προοπτική.
Όντας εντελώς παράδοξος φαινομενικά, υποσχέθηκε την πιο απρόσιτη βεβαιότητα. Έχοντας επίγνωση της ατέλειας της ατομικής, κοινωνικής και φυσικής διάστασης του υπαρκτού έθεσε ως απαράβαλτο προορισμό την υπέρβασή του. Όμως ακόμη και ο κόσμος της γένεσης και της φθοράς ουσιαστικά δεν υποβαθμίζεται, αφού η αξιοθαύμαστη ομορφιά του παραμένει και διασώζεται μέσω του αναδιπλασιασμού του. Η βεβαιότητα στηρίζεται μόνο φαινομενικά στη μη-βεβαιότητα, διότι τότε μόνο μπορεί η υπόσχεσή της να είναι απόλυτη, όταν μπορεί να ανανεώνεται διαρκώς, δια μίας γόνιμης διανοητικότητας, που παράλληλα είναι σταθερή και απεριόριστη. Οι λόγοι του Είναι διατυπώνονται διαρκώς εκ νέου, αν και υπάρχουν εις το διηνεκές. Η βεβαιότητα στηρίζεται στην εγκυρότητα που εγγυάται η σύγκριση και η διάδραση μεταξύ των στοιχείων κάθε δομής που μπορεί να εδράζει στις νεοπλατωνικού τύπου υποστάσεις ή απλώς στα επίπεδα και τις μορφές που παράγονται από την πρωταρχική αρχή. Επίπεδα και μορφές, όροι και αέναες μεταθέσεις, συγκλίνουν λοιπόν σε μία υπερβολή, που υπάρχει ως υπερκχειλίζουσα ζωτικότητα. Υπάρχει, στο βαθμό που υπάρχει, για τον εαυτό της και τα όντα. Η επιδαψίλευση της αφανούς παρουσίας της διασπείρει στον κόσμο τα ίχνη της, τα οποία αναγνωρίζουμε διαρκώς σαν κάτι καινούργιο. Όπως σαν να διαπιστώνουμε κάποια ασαφή ίχνη στην άμμο της παραλίας και σκεφτούμε ότι ίσως υπάρχει κάτι ή κάποιος άλλος τριγύρω. Στην ουσία πρόκειται για αυτό το ίδιο το έμβιο ον που υπάρχει παντού και το οποίο ζωογονεί η ίδια η Ψυχή, εντός της οποίας θα μπορούσαμε να εγγράψουμε την παρουσία του κόσμου.
Λειτουργώντας ως διαπρύσιος κήρυκας του παντοτινού και του σταθερού, ο πλατωνισμός, έθεσε τις βάσεις για την κατανόηση και προσέγγιση αυτού που ανέκαθεν υπάρχει και περιορίζεται μόνο από τον ίδιο τον εαυτό του. Βεβαιώνοντάς μας για την πραγματικότητα δια της αναίρεσής της, την επαναφέρει κραταιά και ζώσα. Υποδεικνύοντας και τείνοντας λοιπόν προς αυτό, που ως αρχή υπερβαίνει τα πάντα, δηλαδή την αρχή της ιδέας του Αγαθού, προεκτείνει την πραγματικότητα πέρα από κάθε γνωστό όριο· ο απώτερος σκοπός, ωστόσο, είναι να επιτευχθεί η απόπειρα οριοθέτησης, εντός του Είναι δια του μη-Είναι, που «είναι» πολύ περισσότερο από καθετί άλλο. Η αρχή της ταυτότητας δεν ισχύει για αυτή την αρχή προς την οποία αποδίδονται αντίθετα, αλλά και συμπληρωματικά χαρακτηριστικά. Μόνο έτσι η βεβαιότητα του νοητού κόσμου μπορεί να βρει ένα θεμέλιο, ενώ ταυτόχρονα μοιάζει να μη θεμελιώνεται πουθενά.
Η δυνατότητα της βεβαίωσης, υπερβαίνοντας το ανθρώπινο και το φυσικό Είναι, δεν προσανατολίζεται μόνο προς τα Εκείσε σε σχέση με το Ενταύθα. Αποτελεί τη δυνατότητα ολοκλήρωσης της πορείας όσων άρχισαν. Ο πλατωνισμός προσέφερε και προσφέρει λύσεις σε όλα τα θέματα και τομείς γνώσης, πράξης και σκέψης, ακόμη και εκεί όπου νομίζει κανείς ότι δεν μπορεί να υφίσταται. Υπάρχει, αν και δεν το υποψιαζόμαστε πάντα, εκεί όπου δεν πιστεύουμε ότι μπορούμε να τον συναντήσουμε. Το ζήτημα είναι εάν μπορεί να ονομαστεί και για ποιο λόγο βεβαιότητα, όχι μόνο υποσχόμενη, αλλά και ζωντανή, απόλυτη, μοναδική, εμμενής, όσο και υπερβατική. Δυστυχώς παρεισφρέει η υποψία ότι ίσως πρόκειται όχι για βεβαιότητα, αλλά απλώς για υποψία. Διότι παραδόξως, μόνο όταν έχουμε βεβαιότητα για την ύπάρξη της βεβαιότητας μπορούμε να αποφανθούμε με βεβαιότητα ότι η βεβαιότητα υπάρχει. Αλλά φυσικά, όταν δεν έχουμε τη βεβαιότητα ότι αυτή υπάρχει δεν μπορούμε να είμαστε βέβαιοι για την ύπαρξή της. Μόνο λοιπόν η ίδια η βεβαιότητα μπορεί να μας παράσχει τον εαυτό της.