Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.

Τρίτη, 24 Φεβρουαρίου 2009

ΤΟ ΞΕΠΕΡΑΣΜΑ ΤΗΣ ΝΟΗΤΗΣ ΕΣΩΤΕΡΙΚΟΤΗΤΑΣ


Αναγόμενοι δια των ποικίλων δράσεων στο εν τη πόλει, πριν την πόλη, και μετά την πόλη διπλό της, αναρωτιέται κανείς εάν η ίδια η νοητή αναπαραγωγή του όλου, η ίδια η πλατωνική προβολή του αισθητού στο νοητό μεγάκοσμο που στην ουσία περνά μέσα από το εσωτερικό άπειρο, αποτελεί τον έσχατο προορισμό. Είναι ένας ακόμη σταθμός, μία ακόμη παρουσία, μία ακόμη κανοναρχία που μπορεί να οδηγήσει στην εσωτερική αυτο-οργάνωση. Η ίδια η ατμόσφαιρα της πόλης, όταν δεν χάνεται σε μία υποκειμενική βίωση, διαφαίνεται και παρουσιάζεται ως μία ευρύτερη σκοποθεσία. Όταν υποκειμενοποιείται, υποστασιοποιείται και γίνεται αντικείμενο της νόησης διακρίνονται άραγε νέες δυνατότητες ή παραμένει πλήρως επαρκής στον εαυτό της; Αν ισχυριστεί κανείς ότι όλη η εργασία της συνείδησης βρίσκεται σε διαρκή διαλεκτική επικοινωνία προς την πόλη, υπάρχει άραγε κάποιος κορυφαίος ή υπόγειος χώρος όπου η υποκειμενικότητα απομονώνεται πλήρως; Κάποιοι ίσως το θεωρούν αυτό πιθανό, λόγω ενός έντονου ψυχολογισμού. Όμως εάν υπάρχει τέτοιος χώρος, είτε είναι υπερ-συνειδητός είτε υποσυνείδητος, δεν θα μπορεί να σταθεί χωρίς καμία διαλεκτική. Κατά αναλογία δεν μπορούμε να δούμε κάποιο τμήμα της πόλης, όπου η ίδια η κίνηση και η δράση της αποκόπτονται από τα υποκείμενα που την κατοικούν. Η πόλη είναι τα άτομα, τα άτομα είναι η πόλη. Διότι, εάν θεωρήσουμε μία πραγματικότητα εντελώς αυτάρκη, εντελώς κλειστή και ψυχικά και νοητικά, η οποία δεν διατηρεί καμία επαφή με άλλα μέρη του υποκειμένου και της πόλης, αυτή δεν θα μπορούσε να επηρεάσει ούτε να ενταχθεί μέσα στο γενικό αλλά και ειδικό ρυθμό τους. Επίσης, δεν θα μπορούσε με κανένα τρόπο, όπως εκ των προτέρων τίθεται, να επικοινωνεί με τα άλλα τμήματα. Έτσι ακόμη και να υπήρχε δεν θα μπορούσαμε ποτέ να το γνωρίζουμε. Εκ τούτου προκύπτει λοιπόν το συμπέρασμα ότι η διπλή παράσταση και η μεταφυσική παρουσία της πόλης δεν βρίσκονται έξω από την πόλη. Όμως η παραδοχή ότι η ίδια η πόλη και το εσωτερικό διπλό της, αλλά και ότι ο ίδιος ο άνθρωπος–άτομο και η νοητή εσωτερικότητά του βρίσκονται κλεισμένοι εντός του εαυτού τους, βολεύει πολύ καλά όλους όσοι θα έβρισκαν τον εαυτό τους μέσα στον εαυτό τους. Όμως αυτό ακριβώς δεν αρνήθηκε ο λόγος μας όπως αναπτύχθηκε εξαρχής; Ότι δεν υπάρχει κανένα απολύτως αυτόνομο και αποκλεισμένο περιεχόμενο μέσα στον άνθρωπο και μέσα στην πόλη; Εάν εμείς και οι πόλη βρίσκουμε την αυτάρκειά μας μόνον σε εμάς και η πόλη μόνο με τον εαυτό της, τότε πολύ καλά θα μπορεί να υφίσταται και ένα άλλο μέρος του εαυτού μας και της πόλης που βρίσκονται σε απόλυτη αυτο-αναφορά. Εάν ωστόσο εμφιλοχωρεί η αμφιβολία, για το αέναα υπάρχον, πλατωνικά νοητό, τότε επέρχεται σαν αδιάκοπη λαίλαπα η προσδοκία της αναίρεσης του ίδιου και του ταυτού, όχι μόνο από το άλλο και το αδιάκοπα διαφορετικό, αλλά και της ταυτότητας από τον εαυτό της!
Τι βρίσκεται λοιπόν εκεί, στο αιώνιο διπλό του εαυτού και της πόλης; Ποιος κόσμος κρύβεται όχι πάντα στο σκοτάδι, αλλά ίσως σε ένα αιώνιο φως, τόσο άπλετο που κάποτε το βρίσκουμε, εάν ακούσουμε τον Πλωτίνο, ακόμη και όταν κλείσουμε τα όμματα και τρίψουμε λίγο τα βλέφαρα; Ίσως έτσι υπάρχει αυτό το εσωτερικό φως, με μία απλή κίνηση, μία κίνηση που έλκει το υποκείμενο προς τα εκεί από όπου διαρκώς ξεφεύγει. Φανερώνονται άπειροι κόσμοι, που εάν δεν επικοινωνούν μεταξύ τους είναι όχι γιατί είναι κλειστοί και απομονωμένοι, αλλά διότι εμπεριέχονται σε ένα και ενιαίο σύνολο, το οποίο με τη σειρά του ανάγεται στην ενοποιητική αρχή του. Άρα λοιπόν βρίσκεται πέραν του κόσμου της πόλης και της συνείδησης μία πραγματικότητα που επιτρέπει ακριβώς σε αυτούς τους κόσμους να είναι αληθινοί. Παρουσιάζεται μία σειρά δυνατοτήτων, μία σειρά προοπτικών, μία σειρά ευκαιριών για την αναγωγή στη μοναδική αρχή που μπορεί να αναιρέσει την ιδέα του όλου ως επιμερισμένο σε άπειρες ψευδαισθησιακές ως προς την αυτάρκειά τους οντότητες.
Εντός της εσωτερικής διάστασης του όντος, η κίνηση της συνείδησης διαρκώς αναρωτιέται για την ίδια, καθώς φέρεται όχι μόνο να έχει να αντιπαλέψει τις άπειρες μικρές στιγμές της, αλλά την ίδια την πραγματικότητά της. Αυτή η ίδια η προσπάθεια εν εξελίξει των διαφόρων μορφών και αναπαραστάσεων, των ίδιων των εννοιών και εκλάμψεων, καθιστά εμφανές ότι τείνει να συλλάβει την πόλη στις διαρκώς νέες μορφοποιήσεις της. Τείνοντας να συλλάβει το διαρκώς άλλο, νοητού ως αδιάκοπα νέου αλλά και ως αέναα παρόντος, ο ιστός της λειτουργεί είτε αφαιρετικά είτε χάρη συγκεκριμενοποιήσεων. Λανθάνοντας σε άλλα επίπεδα βρίσκεται διαρκώς στην ίδια αυτή διαλεκτική, την οποία αναγνωρίζει ως αυτο-εικόνα της και ετέρα δυναμική, την ίδια στιγμή. Η διαλεκτική της συνείδησης και η διαλεκτική της πόλης συναντιούνται για να διαχωριστούν ξανά και ξανά. Υπάρχει η επίγνωση ότι η ίδια η παρουσία του ξεχασμένου και αγνοημένου έτερου δεν διευκολύνει απλώς την οντολογική τους αναβάθμιση αλλά την προωθεί, έτσι ώστε να καταστεί δυνατή η υπέρβαση τους. Η ίδια η εσωτερική δυνατότητα προσοχής στον εαυτό δεν καθιστά εύκολη την κίνηση αναγνώρισης του. Χρειάζεται μία ακόμη μεγαλύτερη προσπάθεια, μία ακόμη έκκληση σε ένα νέο υπερ-υποκειμενικό φως, όταν η ίδια η νόηση δεν αρκείται απλώς να νοεί τα δομικά της στοιχεία. Αυτή η ψευδαισθησιακή πληρότητα, αυτή η στέρεα λογική και συγκροτημένη ακολουθία ιδεών και συνειδητοποιήσεων δεν επαρκεί αφημένη στον εαυτό της. Το πιθανό άλμα μπορεί να οδηγήσει σε μία υπερλογική αναγωγή, καθώς η ίδια η συνείδηση της πόλης χρειάζεται την εν ταυτώ αλλαγή και την εν κινήσει στάση. Το αιώνιο ζητούμενο είναι πως και που βρίσκονται αυτές οι αποκοπές, αυτές οι υπερ-νοητές τάσεις.
Θέλοντας να προσεγγίσει την ίδια την ουσία βρίσκει κάτι ακόμη. Θέλοντας να αναχθεί στην πηγή συναντά έναν ακόμη επιμερισμό. Στόχος είναι να αφήσει πίσω της την σφαιρική και ανακυκλιστική λογική, ώστε να οδηγηθεί στη διαδρομή που οδηγεί όχι προς τα έξω, ούτε προς τα μέσα, αλλά προς την ίδια την απέραντη αφρισμένη θάλασσα που οδηγεί πιο πέρα από κάθε ορίζοντα. Δεν πρόκειται για το «αίσθημα του ωκεάνιου», ένα βύθισμα μόνο στην έκσταση, αλλά για την ίδια την υπέρβαση της πρόσκαιρης αυταπάτης των ανθρώπων. Οι πολύβουες λεωφόροι, τα πλακόστρωτα, οι πλατείες, οι συνοικίες, τα προαύλια, οι χώροι αναψυχής, τα μπαλκόνια, οι κάβοι, τα αεροδρόμια, οι σταθμοί, οι ουρανοξύστες, τα μνημεία, οι γέφυρες, όλοι οι υλικοί υποδοχείς του πλήθους, αλλά και οι εσωτερικοί χώροι διασκέδασης και μάθησης, οργανώνουν την έκφραση μίας καλοστημένης κοινωνικής και ιστορικής παγίδευσης, ονειρικής, νοητής και υλικής ταυτόχρονα. Η διαφυγή, εάν υπάρχει, δεν συνίσταται απλώς στο ονείρεμα, γιατί αυτό απλώς οδηγεί στη μετάβαση σε μία ακόμη ανασυγκρότηση στο χωροχρόνο. Όλοι εμείς, οι δημιουργοί αυτών των παγίδων για τους εαυτούς μας, γνωρίζουμε ότι η συνειδητοποίηση τους μπορεί να σταθεί αφετηρία μόνο για μία εκ νέου συγκρότηση. Άραγε κάθε οραματισμός, κάθε εσχατολογική μεταφυσική, κάθε έλλογη και άλογη ελπίδα για μία νέα ζωή σε μία καινή γη, σε ένα νέο τέλειο περιβάλλον, θα ευοδωθεί κάποτε, θα πραγματοποιηθεί, ή απλώς βαυκαλιζόμαστε με μία χίμαιρα; Όντας μέσα σε αυτόν τον ιστό που υφάναμε και για τη διατήρηση του οποίου μοχθούμε και κοπτόμαστε, όλες οι πολιτιστικές και φυσικές διαφυγές οδηγούν ξανά και ξανά με αριθμητική ακρίβεια στην ίδια την επανάληψή τους κάπου κάποτε, όπως προδιαγράφουν οι δυνατότητες της δομής και των άπειρων παραγόντων της. Το ζητούμενο είναι όχι μόνο μια μεγαλύτερη συνειδητοποίηση, ούτε μία έλλογη και συνεπής σκοποθεσία που θα εκδηλωθεί απλώς στην πράξη, αλλά η ίδια η δυναμική της εν τη πόλει εσωτερικότητας που θα οδηγήσει δια της πόλης στο πέραν της πόλης. Πρέπει με κάθε τρόπο να διαψευστεί η συντηρητική πεποίθηση όσων διατείνονται πως τίποτε δεν είναι αρκετά δυνατό, ώστε να ξεφύγει από τη σύνθλιψη, όχι κάπου μακριά στο σύμπαν, αλλά παντού γύρω μας και μέσα μας. Η μετάβαση σε μία νέα κοινωνική μετάλλαξη μπορεί να προκληθεί και διαμέσου της πορείας που διανύει αυτήν την ίδια την κοινωνική μηχανοποίηση. Βέβαια, εάν επρόκειτο μόνο για μία μηχανική διαδικασία, όπως τη γνωρίζουμε μέχρι σήμερα, όλες οι ενέργειες και οι σκέψεις μας θα ήταν προβλέψιμες και σωστές. Όμως κανείς δεν μπορεί να προβλέψει την εξέλιξη της τεχνητής νοημοσύνης στο μέλλον και εάν ίσως υπερβεί ακόμη και οτιδήποτε ανθρώπινο και φυσικό. Λοιπόν, τι μένει να ειπωθεί για την εξεύρεση λύσης πέραν όλων των προσδοκιών, την υπέρβαση της νοητής εσωτερικότητας; Τι περιμένει στην άκρη, τι βρίσκεται σε αυτό το απεριόριστο άνοιγμα προς την πρώτη αρχή, εάν όχι εκτός από την αναδημιουργία η έλξη προς το πέραν κάθε σημείου και υλικής δύναμης, η προσδοκία του απεριόριστου; Αυτό το αιώνιο και εναγώνιο ερώτημα θα τίθεται πάντα εμπρός σε όποιον αμφισβητεί την επανακαθορίζουσα και επανακαθορισμένη δομή του κοινωνικού και φυσικού γίγνεσθαι και είναι. Με άλλα λόγια το διακύβευμα είναι η οριοθέτηση αυτού που υπάρχει par excellence, κυρίως για δύο λόγους· πρώτον, διότι τίποτε δεν μπορεί να γίνει γνωστό, εάν δεν έχει τη δυνατότητα να γίνει γνωστό, και δεύτερον, διότι τίποτε δεν γίνεται γνωστό, εάν πρώτα δεν υπάρξει, έστω και δια του λόγου, της πράξης, της θεωρίας και της κοινωνικής ή φυσικής αφετηρίας που θα το παράγει.
Αναζητώντας το μη αναίτιο ξεπέρασμα του εσωτερικού νοητού κόσμου που αποτελούμε, τείνουμε να αφεθούμε σε αυτήν την δίχως όρια αγκαλιά της απλοποίησης. Το έργο της ιστορίας δεν είναι απλώς τραγικό αλλά αποθεωτικό. Πίσω και πάνω από κάθε προδηλότητα των ορατών έργων, μέσα και έξω από τις συγκεκριμενοποιήσεις του κοσμικού δράματος, σε ένα totum simul που επανέρχεται για να σβήσει, αφήνοντας ίχνη, προβολές, υπερβολές, κινητοποιήσεις, αποκοπές και ανα-λύσεις.