Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.

Δευτέρα, 24 Νοεμβρίου 2008

ΜΝΗΜΗ ΠΕΝΤΕ ΝΕΟΕΛΛΗΝΩΝ ΦΙΛΟΣΟΦΩΝ



Λίνος Γ. Μπενάκης, Μνήμη Ι.Ν.Θεοδωρακόπουλου, Π.Κ.Κανελλόπουλου, Κ.Δ.Τσάτσου, Ε.Π.Παπανούτσου, Β.Ν.Τατάκη. Κείμενα για τους πέντε φιλοσόφους Βιογραφικά Σημειώματα και Εξαντλητική Εργογραφία τους. Παρουσία, Αθήνα 2006, 231 σσ.




Από τον ακαταπόνητο μελετητή και συγγραφέα Λίνο Μπενάκη, διατελέσαντα καθηγητή σε πολλά πανεπιστήμια της Ελλάδας και του εξωτερικού, ιστορικό της φιλοσοφίας και τέως διευθυντή του «Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας» της Ακαδημίας Αθηνών, έχουμε τώρα ένα βιβλίο φόρο τιμής σε πέντε μεγάλους Έλληνες φιλοσόφους του 20ου αιώνα. Το βιβλίο περιλαμβάνει στο κυρίως μέρος κείμενα του συγγραφέα σχετικά με το συγγραφικό έργο των Ιωάννη Ν. Θεοδωρακόπουλου, Παναγιώτη Κ. Κανελλόπουλου, Κωνσταντίνου Δ. Τσάτσου, Ευάγγελου Π. Παπανούτσου και Βασίλειου Ν. Τατάκη.
Είναι σημαντικό να πούμε ότι ο Λ. Μπενάκης γνώρισε και συνεργάστηκε με τους αείμνηστους αυτούς δασκάλους της φιλοσοφίας. Άρα δικαιούται να εκφέρει γνώμη γι’ αυτούς με βάση εκτός των άλλων την προσωπική του γνωριμία, καθόσον υπήρξε τρόπον τινά ως Βενιαμίν την εποχή εκείνη ανάμεσα σε αυτούς τους λαμπρούς Έλληνες φιλοσόφους. Έτσι συνεργάστηκε με τους Θεοδωρακόπουλο, Τσάτσο και Κανελλόπουλο στην περίοδο από το 1966 έως το 1971 με την ίδρυση του «Κέντρου Ερεύνης της Ελληνικής Φιλοσοφίας» της Ακαδημίας Αθηνών. Επίσης, γνώριζε ήδη τον Ε.Π. Παπανούτσο από τα μαθήματά του στον μορφωτικό σύλλογο «Αθήναιον» (που λειτούργησε από το 1949 έως το 1967), όπως και τον Β.Ν. Τατάκη, τον οποίο είχε την τύχη να έχει επόπτη του από το Ίδρυμα Κρατικών Υποτροφιών, όταν ο συγγραφέας έφυγε για μεταπτυχιακές σπουδές στην Γερμανία.
Το βιβλίο μπορεί να χωριστεί σε τρία μέρη. Στο πρώτο παρουσιάζονται κείμενα σχετικά με το περιεχόμενο του έργου των πέντε φιλοσόφων (σσ. 9-103). Στο δεύτερο παρατίθενται σύντομα βιογραφικά σημειώματα και εξαντλητική (για πρώτη φορά) εργογραφία των φιλοσόφων (σσ. 107-212), ενώ στο τρίτο μέρος έχουμε ένα ευρετήριο ύλης των ένδεκα τόμων (1930-1940) του Αρχείου Φιλοσοφίας και Θεωρίας των Επιστημών, που εξέδιδαν τότε ο Θεοδωρακόπουλος, Τσάτσος και Κανελλόπουλος (σσ. 213-224). Το βιβλίο κλείνει με ευρετήριο ελληνικών και ξένων ονομάτων.
Ο φιλόσοφος ο Ιωάννης Θεοδωρακόπουλος γαλούχησε και εκπαίδευσε πλήθος νέων Ελλήνων, μυώντας τους στα μεγάλα φιλοσοφικά προβλήματα μέσα κυρίως από μία συστηματική οπτική – οπτική που σπανίζει σήμερα, εποχή όπου κυριαρχεί η Ιστορία της Φιλοσοφίας – και άφησε έργο που έχει διαχρονική αξία, χάρη στις διορατικές και βαθιές, ως προς την σύλληψη τους, αναλύσεις που περιέχει. Το συγγραφικό έργο του Ι.Ν.Θεοδωρακόπουλου μπορεί να χωριστεί σε γενικές γραμμές σε δύο μεγάλες περιόδους, ανάμεσα στις οποίες παρεμβάλλεται ένα διάστημα σιωπής και προβληματισμού. Στην πρώτη από το 1927 έως το 1941 την αρχή του Δευτέρου Παγκοσμίου Πολέμου, παρουσίασε 8 βασικά φιλοσοφικά έργα, 2 μικρότερες μελέτες και 43 άρθρα. Ανάμεσα σε αυτά τα έργα ξεχωρίζουν οι δύο γερμανικές διατριβές του για το Πλάτωνα και τον Πλωτίνο, καθώς και η κλασική Εισαγωγή στον Πλάτωνα. Κατόπιν την περίοδο από το 1945-7 τα έργα του και τα κείμενα του μαρτυρούν την αγωνία του φιλοσόφου για την πορεία του Ελληνισμού, καθώς περνούσε από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και βίωνε την άσχημη δοκιμασία του Εμφυλίου. Η δεύτερη πάντως και σημαντικότερη περίοδος είναι από το 1947 έως το θάνατό του το 1981. Η περίοδος αυτή αρχίζει με το μελέτημα «Ευρώπη και Σοσιαλισμός» και το Σύστημα Φιλοσοφικής Ηθικής, όπως και την έκδοση του πλατωνικού Φαίδρου με εισαγωγή, αρχαίο κείμενο, μετάφραση και σχόλια (1948). Το 1967 ο Ι. Θεοδωρακόπουλος απομακρύνθηκε βίαια από το Πανεπιστήμιο, αλλά ήδη είχαν εκδοθεί 8 τόμοι Πανεπιστημιακών Παραδόσεων, ο Φάουστ του Γκαίτε με αισθητική και φιλοσοφική ερμηνεία, καθώς και ο τόμος Πλάτων-Πλωτίνος-Ωριγένης. Από το 1960 και για 20 ολόκληρα χρόνια δημοσιεύτηκαν ακόμη σημαντικότατα φιλοσοφικά του κείμενα. Στην δεύτερη αυτή περίοδο και ιδίως από το 1960 και ύστερα, παρουσιάστηκε η μεγαλύτερη παραγωγή έργων του, αφού δημοσιεύτηκαν 25 τόμοι βιβλίων και 160 επιστημονικά άρθρα, ομιλίες κ. ά. Από το 1971 συμμετέχει επίσης τακτικά στο περιοδικό Φιλοσοφία της Ακαδημίας Αθηνών, του οποίου ο ίδιος εισηγήθηκε την έκδοση. Άλλο κλασικό έργο του θεωρείται η τετράτομη Εισαγωγή στη Φιλοσοφία, αλλά σημαντικότατη υπήρξε και η δράση του με την ίδρυση της «Ελευθέρας Σχολής Φιλοσοφίας ο Πλήθων» στην Μαγούλα της Σπάρτης στα πόδια του Μυστρά.
Ο Παναγιώτης Κανελλόπουλος υπήρξε γνωστός πολιτικός αρχηγός, κοινωνιολόγος, ιστορικός, φιλόσοφος και ακαδημαϊκός. Τα πνευματικά του ενδιαφέροντα ήταν πολυποίκιλα και ευρύτατα. Είναι συγγραφέας του πολύτομου και επιτυχημένου έργου Ιστορία του Ευρωπαϊκού Πνεύματος. Στο έργο αυτό παρελαύνουν οι πνευματικές επιτεύξεις των λαών της Ευρώπης και των μεγάλων εκπροσώπων τους, από τον ύστερο 4ο έως τον 19ο αιώνα μ.Χ. Γνωστό είναι επίσης το βιογραφικό, με την έννοια της ιστορικότητας, βιβλίο, Γεννήθηκα το 1402, όπου ο συγγραφέας μεταφέρει τον εαυτό του 500 χρόνια ακριβώς πριν και ζει την τελευταία 50ετία του Βυζαντίου, ενώ παρακολουθεί τα γεγονότα αρκετά χρόνια μετά, έως το 1472. (Το κείμενο αυτό παρουσιάζεται στις σελίδες 56 έως 64 του βιβλίου) Ο Κ. Κανελλόπουλος είναι γνωστός βέβαια κυρίως από την πολιτική του δράση. Το συγγραφικό του έργο αφορά όχι μόνο την περιοχή της φιλοσοφίας, αλλά και άλλους τομείς του πολιτισμού. Ιδιαίτερα στην περίοδο του Μεσοπολέμου είχαν εκδοθεί έργα του πάνω στην κοινωνιολογία και την οικονομία, όπως Κοινωνιολογία των ιμπεριαλιστικών φαινομένων (1927), Ιστορία και Κριτική των Κοινωνιολογικών Θεωριών. Μέρος Α’ (1929), Κάρολος Μάρξ. Συμβολή εις την Ιστορίαν των Οικονομικών και Κοινωνικών Θεωριών (1931), κ. ά. [1].
Για τον Κωνσταντίνο Τσάτσο τι να πρωτο-ειπωθεί, όταν είναι τόσο γνωστά το έργο και η δράση του. Ιδιαίτερα σημαντικός ήταν ο καταγεγραμμένος διάλογος με τον Γιώργο Σεφέρη, που προετοίμασε την πολύκροτη διάλεξή του «Αισθητική και παιδεία του Ελληνικού λαού» (1944), την οποία ο Κ. Δεσποτόπουλος χαρακτήρισε «το πνευματικό γεγονός των χρόνων της Κατοχής». Από τότε έως το κύκνειο άσμα του, το «Πνευματικό Καταπίστευμα», που δημοσιεύτηκε το 1987 στον ημερήσιο τύπο, διήνυσε μία ζωή πλήρη δράσης και στοχασμού. Ο πρόεδρος Κ. Τσάτσος ασχολήθηκε με πλήθος θέματα κοινωνιολογικά, δικαίου, φιλοσοφίας, μεταφράσεις, πολιτικά κείμενα, λογοτεχνικά, κριτικά κ. ά. Κλασσικό έργο του θεωρείται πια το Η κοινωνική φιλοσοφία των αρχαίων Ελλήνων, ενώ άλλα έργα σημαντικά αφορούν τον Βάκωνα, τον Κάντ, τον Έγελο, τον Ρικέρτ. Έως το τέλος της ζωής του δεν έπαψε να εργάζεται και να δημιουργεί βαρυσήμαντο έργο, πολύτιμη κληρονομιά στους μεταγενέστερους.
Επίσης, τι να πει κανείς για τον Ευάγγελο Παπανούτσο, τον αξιοθαύμαστο φιλόσοφο και παιδαγωγό; Η προσφορά του από το βήμα του Μορφωτικού Συλλόγου «Αθήναιον» (1946-1967) είναι τεράστια. Τα μαθήματά του παρακολούθησαν χιλιάδες άνθρωποι. Μέσα σε μία εικοσαετία φανέρωσε την ιδιαίτερη διδασκαλική ικανότητα του παρουσιάζοντας εκτός από βαθυστόχαστες φιλοσοφικές αναλύσεις, ένα πανόραμα της αρχαίας ελληνικής και της νεώτερης ευρωπαϊκής φιλοσοφίας. Στα Απομνημονεύματά του γράφει πόσο ευτυχής ήταν για την κυκλοφορία των έργων του, όπως της Αισθητικής, της Ηθικής και της Γνωσιολογίας, τα οποία γνώρισαν για τα ελληνικά δεδομένα μεγάλη απήχηση. Είναι αυτός επίσης που εργάστηκε για την «Βιβλιοθήκη των αρχαίων Ελλήνων συγγραφέων», όπου εκδόθηκαν 100 τόμοι της Σειράς Ζαχαρόπουλου. Ιδιαίτερα αξιομνημόνευτοι είναι επίσης οι δύο τόμοι της Νεοελληνικής Φιλοσοφίας (της «Βασικής Βιβλιοθήκης») στα έτη 1953 και 1956. Ο Παπανούτσος παρόλο που δεν έγινε καθηγητής στο Πανεπιστήμιο μας άφησε μία τεράστια παραγωγή επιστημονικού και φιλοσοφικού έργου.
Τέλος, ο Βασίλειος Τατάκης υπήρξε μία αυθεντία στην εποχή του πάνω στην Βυζαντινή Φιλοσοφία. Γεννήθηκε στην Άνδρο και σπούδασε στην Αθήνα και στο Παρίσι. Αργότερα δίδαξε στο Πανεπιστήμιο Θεσσαλονίκης. Ως το σημαντικότερο έργο του θεωρείται Η Βυζαντινή Φιλοσοφία που πρόσφατα μεταφράστηκε και στα αγγλικά. Άλλα σημαντικά έργα του είναι Η Συμβολή της Καππαδοκίας στην Χριστιανική σκέψη (1967, 1988), Ο Σωκράτης (1970), Γεράσιμος Βλάχος ο Κρής (1973), Θέματα Χριστιανικής και Βυζαντινής Φιλοσοφίας (1952) και Μελετήματα Χριστιανικής Φιλοσοφίας (1967). Το 1982 η Ακαδημία Αθηνών του απένειμε το «Αριστείο Ιστορικών και Κοινωνικών Επιστημών». Επίσης μετέφρασε αρχαία ελληνικά φιλοσοφικά κείμενα, όπως του Αριστοτέλους, Περί Ψυχής και του Πλάτωνος, Λάχης-Μένων κ. ά. Στα Απομνημονεύματά (1993) του περιγράφει την διαδρομή του από τα παιδικά χρόνια ως το γήρας με πυκνές αναφορές στα ιστορικά γεγονότα του 20ου αιώνα. Ο Β. Τατάκης είναι ουσιαστικά ο εισηγητής του κλάδου της Βυζαντινής Φιλοσοφίας, ο οποίος στην συνέχεια καθιερώθηκε στον χώρο της Ιστορίας της Φιλοσοφίας.
Το σημαντικό αυτό έργο του Λ. Μπενάκη για τους πέντε Έλληνες φιλοσόφους από τους οποίους οι τρεις ήταν ακαδημαϊκοί – Θεοδωρακόπουλος, Τσάτσος, Κανελλόπουλος (στον Τατάκη είχε προταθεί να γίνει ακαδημαϊκός, αλλά είχε ήδη πρόβλημα με την όρασή του και δεν δέχτηκε) – όπως και πολιτικούς άνδρες της Νεώτερης Ελλάδας (ο Τσάτσος, υπουργός πολιτισμού το 1974 και πρόεδρος της Δημοκρατίας την περίοδο 1975-1980, ο Κανελλόπουλος βουλευτής, υπουργός και πρωθυπουργός το 1945, σε δύσκολες ώρες για το έθνος, ενώ ο Παπανούτσος Γενικός Διευθυντής (1944) και Γενικός Γραμματέας του Υπουργείου Παιδείας (1963-65), καθώς και εισηγητής Εκπαιδευτικών Μεταρρυθμίσεων (1964,1976)) αποτελεί πολύτιμη συμβολή όχι μόνο ως παρουσίαση πληροφοριών και γνώσεων σχετικά με το θέμα, αλλά και ως κατάθεση ψυχής μέσα από την προσωπική γνωριμία του συγγραφέα με τους λαμπρούς και επιφανείς αυτούς Έλληνες φιλοσόφους του 20ου αιώνα.

Σημείωση [1].: Σωστά παρατηρεί η Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, ότι εάν και η πολιτική πορεία των περισσότερων από τους πέντε στράφηκε προς άκρως προοδευτικές θέσεις και ενίοτε και προς τάσεις που κρίνονται αντίθετες προς τον φιλελευθερισμό, στο επιστημονικό τους έργο δεν δέχτηκαν τον υλισμό και παρέμειναν ιδεαλιστές, ακόμη και εάν έτσι βρίσκονταν σε πλήρη σύγκρουση με τον εαυτό τους. Χαρίκλεια Γ. Δημακοπούλου, "Μνήμη Ελλήνων Φιλοσόφων", ΕΣΤΙΑ, Σάββατο 13 Μαΐου 2006.

Μία συντομότερη εκδοχή της βιβλιοπαρουσίασης δημοσιεύτηκε στη Σύναξη. Τριμηνιαία Έκδοση Σπουδής στην Ορθοδοξία, τεύχ. 99, Ιούλιος-Σεπτέμβριος 2006, 102-104.

Δευτέρα, 10 Νοεμβρίου 2008

Everything and Nothing

Στο σύντομο Μπορχεσιανό αφήγημα με τίτλο Everything and Nothing, που αναφέρεται στον Σαίξπηρ, ο κόσμος παρουσιάζεται ως το όνειρο του Θεού, όπως μπορεί αντίστοιχα να θεωρηθούν τα θεατρικά, ποιητικά και λογοτεχνικά έργα ως τα όνειρα ενός ανθρώπου. Πρόκειται για μία Νεοπλατωνική ερμηνεία της δημιουργίας του ποιητή/ καλλιτέχνη, αφού αυτός παρουσιάζεται να ασκεί την ίδια λειτουργία με το Θεό: να ονειρεύεται. Ποιεί έναν κόσμο κατά τον ίδιο τρόπο που ο Θεός ή οι θεοί δημιουργούν τον κόσμο και εκφράζονται μέσα από τις ανθρώπινες υπάρξεις. Η ίδια ιδέα μπορεί να νοηθεί ως δυνατότητα πολλών κόσμων σε αντιστοιχία με πολλούς θεούς ή ως αιώνια επανάληψη κύκλων που αποτελούν τα όνειρα ενός Θεού.
Τα πολλαπλά εγώ, τα οποία ζει ως personae ο καλλιτέχνης, αντιστοιχούν στις ποικίλες αισθητές μορφοποιήσεις της μίας ύπαρξης, της οποίας, ωστόσο, η αλήθεια αμφισβητείται. Η πορεία του ανθρώπου είναι μία αγωνιώδης προσπάθεια αφαίρεσης του προσωπείου, για να φανεί ή να αποκτηθεί ένα αληθινό πρόσωπο· ακόμη απώτερος στόχος είναι να γίνει ορατό το αληθινό πρόσωπο του Θεού που υποτίθεται ότι βρίσκεται πίσω από όλες τις μεταμορφώσεις του Όντος. Όμως η υποψία ότι δεν βρίσκεται κανείς πίσω ή εκεί πάνω είναι έκδηλη. Ο μηδενισμός και η ψευδαίσθηση της πολλαπλότητας επεκτείνονται και στο θείο και στο ανθρώπινο.
Αγνοώντας την αληθινή ουσία και ύπαρξη, ο Σαίξπηρ του Μπόρχες προσπαθεί να αποκτήσει μία ή πολλές υπάρξεις μέσα από διάφορες εμφανίσεις, είτε είναι ο Καίσαρ, είτε η Ιουλιέτα, είτε ο Μάκβεθ. Όμως το ερώτημα που ανακύπτει έχει ως εξής: εάν δεν είμαι αυτό που είμαι, τότε τι είμαι; Η αναζήτηση του αυθεντικού σε έναν κόσμο άπειρων αλλαγών είναι αδύνατη, εκτός και εάν κανείς αποποιηθεί όλες τις συμβατικότητες και αναπαραστάσεις: τότε όμως μένει άραγε κάτι; ή απλώς το ίδιο το θεμέλιο φαίνεται ως μία ακόμη ψευδαίσθηση; Ζώντας σε έναν κόσμο και ένα χρόνο χωρίς επιστροφή, το μόνο που ζητά είναι ακριβώς αυτό: η τάση εγκατάλειψης όλων με σκοπό την απόκτηση μίας ανώλεθρης πρωταρχικότητας που εξέλειπε. Όμως τίποτε δεν κρύβεται, γιατί τίποτε δεν υπάρχει για να κρυφτεί. Ο ίδιος ο Σαίξπηρ είναι μία ακόμη μορφή του ονείρου, ο οποίος ονειρεύεται διάφορα όνειρα, καλλιτεχνικά και άλλα, όπως και ο Θεός δεν είναι παρά μόνο ένα όνειρο και την ίδια στιγμή ένας ονειρευτής, που ονειρεύεται μία μορφή του Σαίξπηρ. Εντός ενός χωροχρόνου δίχως όρια κάθε προσπάθεια να συλληφθεί κάτι σταθερό και μόνιμο αναιρείται, αφού όλα είναι πολλά και τίποτε, και ο ίδιος ο ποιητής ανάμεσα στις τόσες θεατρικές παραλλαγές που επινοεί ονειρεύεται ακόμη και αυτή την αυθεντική ύπαρξη και ουσία του.

Τρίτη, 4 Νοεμβρίου 2008

ΤΟ ΑΙΤΗΜΑ ΤΗΣ ΑΥΘΕΝΤΙΚΟΤΗΤΑΣ


Πιστεύοντας στο κατόρθωμα του ανέφικτου ευελπιστούμε συχνά την άρση των ποικίλων απαγορεύσεων, των κανόνων και των τύπων που μας εγκλωβίζουν στην καθημερινή έλλειψη γνησιότητας. Κάποτε ξεπερνάμε τα όρια. Το μέτρο και το «μηδέν άγαν» ίσχυαν και θα ισχύουν πάντα ως τρόποι σώφρονος διαβίωσης μέσα στην πόλη, αλλά και παντού· όμως σήμερα η εποχή τείνει προς την υπερβολή, την αμετροέπεια και τη βιαστική κατανάλωση των αγαθών. Οι αλλαγές επέρχονται με την ταχύτητα του φωτός. «Οι καιροί ου μενετοί», όμως τα πάντα απαιτούν την αναγκαιότητα δραστικών αποφάσεων και η αλλοτινή vita contemplativa αντικαταστάθηκε από την vita activa, για να θυμηθώ τη Χάνα Αρέντ. Το αίτημα της γνησιότητας είναι το πιο σημαντικό αίτημα που απασχολούσε και συνεχίζει να απασχολεί συνετούς ανθρώπους, αλλά και ασύνετους εραστές της πρωτοτυπίας. Ο τύπος του καλλιτέχνη, όπως και ο τύπος του «σπουδαίου», δηλαδή του σοφού σύμφωνα με την ορολογία του Πλωτίνου, συναντούν τη μοναδικότητα όχι μόνο στο συγκεκριμένο ατομικό ον, αλλά και μέσα από την αφαιρετική διαδικασία στη συναγωγή γενικών εννοιών. Ολότητα και ατομικότητα, γένος και είδος, αλληλο-διαπλέκονται χάρη στην αναγκαία συνάφεια τους. Την ίδια στιγμή, μέσα από τη νομιναλιστική οπτική, οι γενικές έννοιες αδειάζουν από ουσία, ενώ ο καθηλωτικός ρεαλισμός τις επαναφορτίζει με νόημα και πραγματικότητα. Οι ατομικότητες γίνονται το επίκεντρο, για να ξεγλιστρήσουμε όμως και πάλι προς το γενικό και το υπερατομικό. Ποιό είναι το επιτακτικότερο αίτημα των καιρών; Είναι αυτό της γνησιότητας και της αυθεντικότητας. Η γνησιότητα και η αυθεντικότητα κατορθώνονται τόσο δια της προσκόλλησης στα αντικειμενικά δεδομένα, όσο και μέσα από την ανεύρεση της ατομικής, μοναδικής και ανεπανάληπτης ύπαρξης. Είναι η γνησιότητα του οικείου που αντιπαραβάλλεται στην απροσωπία της εξαντικειμενίκευσης. Θα μου πεις, πως μπορούμε να βρούμε την αλήθεια από δύο, φαινομενικά έστω, αντίθετες οδεύσεις και επιστημονικές ή φιλοσοφικές στάσεις; Όμως στην πραγματικότητα της πόλης δεν ισχύει καθόλου η αρχή της μη-αντίφασης, την οποία βέβαια ο Αριστοτέλης διατύπωσε αρνητικά, με οξυδέρκεια και πονηριά, διακηρύσσοντάς την απροσδιόριστη: «Το γάρ αυτό άμα υπάρχειν τε καί μη υπάρχειν αδύνατον τω αυτώ καί κατά τό αυτό» ή ακόμα «ουκ ενδέχεται τό αυτό καθ’ ένα καί τόν αυτόν χρόνον είναι καί μή είναι […] μηδέποτε τάς αντικειμένας φάσεις δυνατόν είναι κατά τών αυτών αληθεύεσθαι». Ο κύκλος στον οποίο θέλησε να μας βάλει ο Αριστοτέλης είναι ένας οντο-λογικός κύκλος, ο οποίος δύσκολα ξεπερνιέται. Ωστόσο, οι μυστικοί φιλόσοφοι όλων των καιρών έδειξαν ότι η ουσία της πραγματικότητας είναι όχι μόνο αμφίσημη ή πολύσημη, αλλά και αντιφατική. Ό,τι ωραία και καλά κατασκευάζουμε με τις λογικές κατηγορίες δεν σημαίνει ότι ισχύει εκεί έξω, μέσα μας, εδώ και τώρα ή παντού. Μπορεί η γλώσσα μας να χρησιμοποιεί τη λογική, όμως ότι είναι λογικό δεν είναι απαραίτητα και πραγματικό, όπως ήθελε ο Γκέοργκ Χέγκελ. Η πραγματικότητα μπορεί να διαψεύσει και τις πιο στέρεες λογικές οικοδομές. Όπως μπορεί να επιβεβαιώσει και την πιο τραβηγμένη φαντασία, αλλά ακόμη περισσότερο να την υπερβεί. Αυτό που λέμε πραγματικότητα δεν μπορεί να μεταγραφεί πλήρως στη γλώσσα και να δεχτεί τελεσίδικες και οριστικές διατυπώσεις. Πάντα ξεφεύγει και γλιστρά, ίσως γιατί μηδενίζεται, ίσως γιατί υπερβαίνει τα πάντα.
Ο κόσμος της πόλης δεν είναι πάντα ένας πραγματικός κόσμος. Εισάγεται και μας εισάγει μέσα στις συμβάσεις ή αντίθετα στη φύση και στην αλήθεια. Είναι η μόνη πραγματικότητα που είναι άμεσα προσιτή στον καθένα μέσα από τόσους τρόπους, όσες και οι στιγμές της ζωής μας. Όμως το να βρεις κάπου κάποτε το μοναδικό και το στιγμιαίο δεν σημαίνει, ότι δεν βρίσκεται παραδίπλα η μύηση στην πολυδιάστατη και άμορφη ουσία του υπερατομικού. Μέρος και όλον, αλήθεια και σύμβαση, ουσία και μη-ον, φύση και πολιτισμός, μοντέρνο και παραδοσιακό, συμπλησιάζουν και συναντιούνται, εκεί όπου αντιτίθενται. Εδώ δεν πρόκειται για αντίφαση, αλλά και εάν πρόκειται για αντίφαση, πρόκειται για μία αληθινή αντίφαση.
Πώς μπορούμε όμως να ισχυριστούμε ότι οδεύουμε προς την αυθεντική γνώση και πράξη σε έναν καιρό που οι μόδες και οι συρμοί μεταβάλλονται αστραπιαία; Είναι άραγε η επιστροφή στο παρελθόν, εννοώ το ιστορικό παρελθόν, μία κάποια λύση; Νομίζω ότι το μεμονωμένο άτομο που φέρει πίσω του μία ατομική και προσωπική ιστορία, αλλά και το ανθρώπινο γένος που φέρει τόσους αιώνες πολιτιστικής συσσώρευσης μπορούν να συγκλίνουν. Το παρελθόν ξαναζεί στο παρόν. Πως; Μέσα από τα ανθρώπινα υποκείμενα που θέτουν τη ζωή τους στην τροχιά της ιστορίας. Γινόμαστε ιστορικά όντα, όταν αναδιφούμε στο παρελθόν, ενώ οι πράξεις και τα λόγια των ιστορικών προσώπων, φυσικά δεν μας διδάσκουν, αλλά αποτελούν μέρος του καθορισμού της παροντικότητάς μας. Το παρελθόν βρίσκεται στο σήμερα ενεργό, αναδιατυπώνεται, προκαλείται, προεκτείνεται, διαφυλάσσεται, χρησιμοποιείται. Η ζωή του παρελθόντος μπορεί να μην έχει ως στόχο την κραταίωση του απόλυτου Πνεύματος, συμβάλλει όμως στη συνειδητοποίηση του εγώ, το οποίο και οικειοποιείται. Η ιστορία μας ενέχει.
Η βίωση της ιστορικότητας ως άμεση εμπειρία καταυγάζει την αλγεινή παροντικότητα. Το παρελθόν δεν έχει όμως μόνο καθησυχαστικές ιδιότητες. Είναι μεγάλο, πολύπλοκο και καθορίζει την οργάνωση του παρόντος. Ωστόσο, η εν τη πόλει βίωση απαιτεί την ανάλωση της στιγμιαία. Αν και, σύμφωνα με όσους κυνηγούν την καινοτομία και το μοντερνισμό, το παρελθόν έχει ιδιαίτερη αξία μόνο για τους ιστοριοδίφες, η ιστορία μας, όποια και εάν είναι αυτή, συνιστά το σύνολο της εμπειρικής, ζωικής, γνωστικής, αστικής ή επαρχιώτικης εν κινήσει κατάστασης πάνω στον πλανήτη γη όλων των προηγούμενων ανθρώπων, οι οποίοι έχουν αφήσει τα ίχνη τους πάνω σε αυτόν τον πλανήτη. Μπορούμε άραγε να πούμε ότι η ιστορία υπάρχει κατά κάποιο τρόπο ακόμη μέχρι και σήμερα ή ότι μόνο υπήρξε; Η διάρκειά της μας εμπεριέχει. Το παρελθόν δεν τελειώνει. Εκβάλλει στο σήμερα. Το σήμερα αποτελεί μέρος του, γιατί γίνεται αμέσως χθες.
Η ιστορία δεν ταυτίζεται μόνο με τη ρέουσα χρονικότητα των γεγονότων και των συμβάντων, αφού η δεύτερη σημασία της λέξης είναι αυτή της προσπάθειας καταγραφής και μελέτης όλου αυτού του όγκου των ιστορικών στοιχείων του παρελθόντος. Τα ίχνη της ιστορίας βρίσκονται παντού. Όλα έχουν ιστορία. Οι πολιτειακές δομές, οι θεσμοί, οι δρόμοι, τα κτίρια, οι άνθρωποι δεν εμφανίστηκαν μονομιάς. Το παρελθόν μας ακολουθεί. Οι ρίζες όλων των πραγμάτων βρίσκονται κάπου πίσω στο σκοτεινό παρελθόν, σε αυτήν την άβυσσο του χρόνου. Η καταγραφή της ιστορίας προέκυψε μόνο έπειτα από τη δημιουργία των πρώτων μέγα-πόλεων, όπως ήταν η Ουρ, οι Αιγυπτιακές Θήβες, η Βαβυλώνα, η Ιερουσαλήμ, η Αθήνα, η Ρώμη, η Κωνσταντινούπολη κλπ. Η ιστορική καταγραφή εμφανίστηκε όπου εφευρέθηκε η γραφή. Οι λαοί χωρίς ιστορία είναι όσοι λαοί και φυλές δεν επινόησαν τη γραφή. Όμως η εφεύρεση της γραφής αναπτύχθηκε ιδιαίτερα, εξελίχθηκε και τελειοποιήθηκε εκεί όπου εμφανίστηκαν οι δομές της πόλης.
Ζω τη ζωή μου στη χωρική έκταση που μου αναλογεί. Είτε στη μεγαλούπολη είτε σε κάποιο άλλο μικρότερο αστικό περιβάλλον· η ζωή δεν ζει· η ζωή μικραίνει, αναλώνεται, βιώνεται, όμως αντιπαλεύει πάντα τις δυνάμεις της φθοράς και της εντροπίας, για να αναστηθεί, να θεραπευτεί να ανανεωθεί. Η ζωή φεύγει και γίνεται παρελθόν, ένα παρελθόν που κανείς δεν θυμάται εκτός από εσένα· ίσως κάποια ασήμαντα ή σημαντικά συμβάντα που έχουν σχέση με τη ζωή σου να τα θυμούνται και κάποιοι άλλοι με τους οποίους κάποτε κάπου διασταυρώθηκες. Τα πρόσωπα και οι χώροι της πόλης ή του οποιουδήποτε άλλου μέρους, όπου ανθίζει η ζωή, χάνονται για να ξανάρθουν ως ανάμνηση, ως επιστροφή. Οι «θάλασσες των άστρων» μάς καλούν να επιστρέψουμε εκεί, στον υπερουράνιο τόπο, σε μίαν άλλη πόλη και όχι σε αυτήν. Βιώνουμε την επιστροφή μέσα στο μυαλό μας ή έξω από αυτό. Το Ένα και μοναδικό αντικείμενο της οράσεώς μας και της καρδιάς μας, που είναι ταυτόχρονα και το μοναδικό υποκείμενο, στέκει απαρασάλευτο εκεί. Είναι το σημείο των σημείων.
Ένας από τους κύριους τρόπους ανεύρεσης της αυθεντικότητας είναι λοιπόν η ιστορική αναδίφηση. Το βάρος του παρελθόντος καθορίζει το βάρος και τη σημασία του παρόντος και του μέλλοντος. Με αυτό δεν υπονοείται μία οπισθοχώρηση στην παρελθοντολογία, που για κάποιους (ένας από αυτούς ήταν και ο Φρειδερίκος Νίτσε) ισοδυναμεί με κορεσμό και αδυναμία. Το μέλλον πάντα θα εμφανίζεται καινούργιο, προκλητικό, ανεξερεύνητο, μία οθόνη προβολής των επιθυμιών μας. Ωστόσο, με την αναδρομή στο παρελθόν του γένους της ανθρωπότητας, κατορθώνεται η ιχνηλασία του αυθεντικού. Πώς γίνεται αυτό; Μέσα από την προσωπική εμπειρία και συναναστροφή με τους ανθρώπους του παρελθόντος, όπως αυτοί συνεχίζουν να ζουν στο παρόν και να επιβιώνουν, εξαιτίας των μαρτυριών που βρίσκονται αποτυπωμένων στο γραπτό πολιτισμό μας. Πρόκειται άραγε για φαντάσματα;
Οι άνθρωποι του παρελθόντος δεν υπάρχουν πια. Ό,τι απέμεινε και διασώθηκε από αυτούς δεν είναι παρά μία τεράστια επιφάνεια λόγου. Λόγος ποιητικός, αφηγηματικός, λόγος μυστικός, θρησκευτικός με ασκητική τάση· κείμενα φιλοσοφικά ή κείμενα που περιγράφουν τερατώδεις θεογονίες. Ημερολόγια, χρονογραφίες, αναπαραστάσεις και εξιστορήσεις μαχών, θριάμβων, εκστρατειών, νικών, ακμής και παρακμής αυτοκρατοριών. Λόγοι και αγορεύσεις περί ηθικής, προτροπές και αποστροφές. Ιατρικά κείμενα, εγχειρίδια· ύμνοι και ψαλμοί, ερωτικές ιστορίες. Η δομή του Λόγου εδράζει πάνω στις δομές της πόλης. Θα λέγαμε ότι η δομική συγκρότηση των αρθρωμένων λόγων δεν μπορεί να λειτουργήσει και να σταθεί παρά μόνο εκεί όπου στήθηκαν οι δομές εξουσίας· και πού αλλού στήθηκαν πρώτα αυτές, παρά στις πόλεις έπειτα από τη μεγάλη αγροτική και στη συνέχεια αστική επανάσταση (urbanism) των εύφορων πεδιάδων της Μεσοποταμίας, που ποτίζονταν από τον Τίγρη και τον Ευφράτη.
Η δομή της πόλης μέσα από τη δομή του λόγου περνά στο εσωτερικό των υποκειμένων συγκροτώντας τα ως άτομα. Δεν είναι τυχαίο ότι το πέρασμα από το μύθο στο Λόγο συνέβη στις πόλεις της Ιωνίας, και ότι ο ελληνικός ρασιοναλισμός έφτασε στο απόγειό του στις πόλεις-κράτη της κλασσικής και μετά-κλασσικής εποχής.
Ζωντανές πόλεις είναι οι πόλεις των ονείρων: απρόσιτες, υπέργειες, φανταστικές. Πού κείτονται; Στο άχωρο και άχρονο νοητό βασίλειο. Ωστόσο, ό,τι η εποχή μας ύστερα από τον 19ον αι. θεωρεί ως φανταστικό μέσα από την αντιστροφή όλων των αξιών του Φ. Νίτσε, την αντιστροφή του ιδεαλισμού του Γ. Χέγκελ από τον Κάρολο Μαρξ και το γκρέμισμα του Υποκειμένου από το βάθρο του, εξαιτίας του Σίγκμουντ Φρόιντ, ήταν πριν τον 19ον αι. ο μέγας κόσμος των Ιδεών, η μεγάλη αυτοκρατορία της νοησιαρχίας, ο θριαμβεύων σπιριτουαλισμός, ο χριστιανικός κόσμος των αξιών, η πλατωνική μεταφυσική. Η κριτική της μεταφυσικής στη νεότερη σκέψη έφερε στην επιφάνεια και αποκατέστησε την απόλυτη αισθησιαρχία, τον επιστημονικό εμπειρισμό, αποδιαρθρώνοντας κάθε θεμέλιο προς όφελος ενός κυνικού ρεαλισμού. Μία φιλοσοφία ως μηδενολογία παρείσφρησε ολοένα και περισσότερο παντού. Όμως η υποψία ότι το μηδέν χαίνει, χωρίς να το γνωρίζουμε πάντοτε, πίσω από όλα, οδήγησε στη σκέψη ότι η αυθεντικότητα συνίσταται, επίσης, στο φιλοσοφικό θάρρος απέναντι σε αυτήν τη μοιραία και παράδοξη επίγνωση: ότι το ουσιώδες είναι αυτό το τίποτε που βρίσκουμε απειλητικά εμπρός μας. Ο θάνατος, η άγνοια, η αθλιότητα δεν μπορούν να γιατρευτούν από τον άνθρωπο, γι’ αυτό επικράτησε γύρω απ’ αυτά μια συνωμοτική σιωπή. Το πέπλο του μυστηρίου γύρω από την ύπαρξη και το είναι, αφού απομυθοποιήθηκε από τον μεταμοντέρνο μεταπολεμικό άνθρωπο έδειξε τη γύμνια του ως ένα απροκάλυπτο τίποτε. Το μόνο ον που σαγηνεύεται από αυτό το μεγάλο, άδειο, χάσκον άνοιγμα είναι ο άνθρωπος. Η ελευθερία και η διακινδύνευση που συνεπάγεται αυτή η συνειδητοποίηση αποτελούν το δίκοπο μαχαίρι και το αμφίρροπο διακύβευμα, εγγενή σε κάθε παροντική κατάσταση.