Περιγραφή του ιστολογίου

Στο παρόν ιστολόγιο μπορεί κανείς να βρει πρωτότυπα ερευνητικά και φιλοσοφικά κείμενα. Οι κατηγορίες (labels) του ιστολογίου είναι χαρακτηριστικές των φιλοσοφικών τάσεων που διέπουν τις αναρτήσεις. Παρότι οι τελευταίες δεν είναι συνήθως ολοκληρωμένες μελέτες, αλλά στοχαστικές παρεμβάσεις και σχόλια σε επιλεγμένα ζητήματα, αφορούν τη βιοθεωρία, την κοσμοθεωρία και τη γραμματολογία της παραδοσιακής σκέψης, της νεωτερικότητας και της μετανεωτερικότητας.

Τετάρτη, 26 Μαΐου 2010

ΗΛΙΟΥΠΟΛΙΣ



Όταν ήμουν νεότερος και ασχολούμουν με τις ιστορικές μελέτες με είχε σαγηνεύσει περιέργως ένα ιστορικό πρόσωπο από την αρχαία Αίγυπτο. Επρόκειτο για τον αιρετικό βασιλιά Ακχενατόν ή Αμένοφη IV. Εκτός του ότι υπήρξε ο πρώτος εισηγητής του μονοθεϊσμού στην ιστορία – πριν ακόμη και τον Μωϋσή, ο οποίος λεγόταν παλιότερα ότι επηρεάστηκε από αυτόν – ήταν μία αινιγματική προσωπικότητα. Η βασιλεία του άρχισε ύστερα από τον θάνατο του πατέρα του, ο οποίος ήταν ο Φαραώ της Αιγύπτου Αμένοφις III, και τελείωσε με το δικό του θάνατο, για να ακολουθήσει ύστερα από αυτόν ο Φαραώ που έγινε πασίγνωστος λόγω της ανακάλυψης του άθικτου τάφου του, ο Τουταγχαμών.
           Για κάμποσο καιρό διαβάζοντας τις πρωτότυπες πηγές που μας σώθηκαν από την εποχή του, όπως τον Ύμνο του βασιλιά στον Ήλιο, που αποδίδεται στον ίδιο τον Ακχενατόν και μέσα από τις άλλες αρχαιολογικές μαρτυρίες, όπως τα απομεινάρια της Ηλιούπολης, την οποία ίδρυσε ο ίδιος και κατέστησε πρωτεύουσα του, στην σημερινή τοποθεσία Τέλλ – ελ – Αμάρνα, προσπάθησα να δω πίσω από το ιστορικό πρόσωπο του Φαραώ, τους λόγους που τον οδήγησαν σε αυτή την ανεξήγητη στροφή προς το Μονοθεϊσμό. Στην αρχή είδα τη σημασία που για όλα ανεξαιρέτως τα έμβια όντα έχει η παρουσία του ήλιου. Θαύμασα την αφοσίωση που ο Ακχενατόν έδειξε προς τον θεοποιημένο ήλιο, αφού μάλιστα υπήρχε εκείνος ο διαφωτιστής συγγραφέας, ο Σάρλ Φρανσουά Ντυπουί (1742-1809), που έγραψε το προκλητικό έργο Η προέλευση όλων των λατρειών ή Η παγκόσμια Θρησκεία (1794), όπου στο ένατο κεφάλαιο - το οποίο κυκλοφόρησε αυτοτελές και στα ελληνικά – με τίτλο Ερμηνεία του μύθου του Ήλιου που λατρεύτηκε με το όνομα του Χριστού, υποστηρίζει τη θέση ότι η λατρεία του Ιησού ήταν παρόμοια με την λατρεία των πανάρχαιων ηλιακών θεοτήτων των ηλιολατρικών θρησκειών της Ανατολής.
             Φυσικά δεν συμμερίζομαι μία άποψη φυσικής εξήγησης του υπερφυσικού, που ήταν του συρμού κατά το Διαφωτισμό, όπως αυτή του Σ. Φ. Ντυπουί, όταν μάλιστα όλη η πατερική σκέψη χρησιμοποιεί ρητά τον ήλιο ως σύμβολο και μόνο της θεότητας και είναι ολοφάνερο πόσο απλοποιημένη και αφελής είναι αυτή η ταύτιση οτιδήποτε θεϊκού και υπερφυσικού με ένα ορατό και υλικό αντικείμενο (αν και εδώ που τα λέμε χάρη σε παρόμοιες προσπάθειες ξεκίνησε η κριτική της μεταφυσικής στην νεώτερη εποχή). Η αναγωγή της μεταφυσικής στην ύλη πάντως δεν σημαίνει την υποκατάσταση του νοήματος με το γράμμα, ή του σημαινόμενου από το σημαίνον (άρα εννοείται ούτε του συμβόλου από το σύμβολο).
            Ο Ακχενατόν παρ’ όλη την ασθενική του κράση έγινε ο ηγέτης μίας θρησκευτικής μεταρρύθμισης, που αφού κατήργησε δια της βίας όλους τους προηγούμενους θεούς που λάτρευαν οι Αιγύπτιοι, ανέδειξε ως πρώτο και μοναδικό θεό τον ίδιο τον ηλιακό δίσκο, που είχε το όνομα «Ατόν» (Ακχενατόν είναι το όνομα που έδωσε ο ίδιος ο Φαραώ στον εαυτό του και σημαίνει «όργανο του ήλιου»). Μάλιστα κάποιοι συνέδεσαν τον Ψαλμό 103 (104) με τις αναφορές του Ακχενατόν στον Ύμνο του βασιλιά στον Ήλιο (ο ψαλμός αυτός παρουσιάζει τη δημιουργία του κόσμου από τον Θεό έχοντας κοινά σημεία με τη Γένεση).
            Στον αιώνα του Ακχενατόν (14ος αι. π.Χ.) υπέθεταν ακόμη και στην εποχή που ο εβραίος Σίγκμουντ Φρόιντ έγραψε το τελευταίο του βιβλίο, (Ο Μωυσής και ο Μονοθεϊσμός, 1939) ότι έζησε ο Μωυσής. Είναι εύλογη η συσχέτιση που μπορεί να γίνει ανάμεσα στον μονοθεϊσμό του Ακχενατόν και αυτόν του Ιουδαϊκού λαού. Ο Φαραώ Ακχενατόν προβάλλοντας τον εαυτό του στον θεό ήλιο, προέκτεινε την δύναμή του. Τα κολοσσιαία αγάλματα από ζωγραφισμένο ψαμμόλιθο που τον αναπαριστούν και σώζονται στην υπόστυλη αίθουσα του Ναού του Ατόν στη Θήβα, δείχνουν αυτή τη τάση μεγαλείου – που βέβαια συνόδευε όλους τους Φαραώ – αλλά εδώ συνδυασμένη με την αινιγματικότητα και την πνευματικότητα που διέκρινε τον συγκεκριμένο ηγέτη.
                   Η Ηλιούπολη είναι η πρώτη πόλη, όπου λατρευόταν ο ένας θεός και άρα η πρώτη πόλη, όπου η ερμηνεία της πραγματικότητας περιστρεφόταν γύρω από μία αρχή. Θεωρώ ότι είναι η πρώτη πόλη από την οποία αρχίζει αυτό που για τον μετα-μοντερνισμό θα θεωρηθεί η αυταπάτη της νεωτερικότητας· αυτή υπήρξε η μονοδιάστατη ερμηνεία ή η τάση αναγωγής στη μία και μοναδική ερμηνεία για τον κόσμο, τον άνθρωπο και το θείο. Η μετα-νεωτερικότητα θα πολεμήσει αυτή τη τάση αγκίστρωσης σε μία ερμηνεία, ένα θεμέλιο, μία αρχή. Θα επαναφέρει με παγανιστικό μένος την πολυαρχία και τη διασπορά του λόγου. Τώρα, κατά πόσον αυτή η μεταμοντέρνα στάση απέναντι στην πραγματικότητα, που επισημάνθηκε κυρίως από τον Λούντβιχ Βιτγκενστάιν, μπορεί να επαληθευτεί, αυτό θα πρέπει να απαντηθεί λαμβάνοντας υπόψη ότι και η κριτική αυτή της μετα-νεωτερικότητας εντάχθηκε μέσα στην ιστορικότητα και άρα σχετικοποιήθηκε επίσης. Όσον αφορά στο ζήτημα ιδωμένο υπό την οπτική αυτή, μπορεί να συναχθεί ότι, καθώς στην Ηλιούπολη η ενοποιητική πνευματική τάση αφορά κυρίως στη θρησκεία και δευτερευόντως την πολιτική εξουσία, καθώς ακόμη επειδή αποτέλεσε το πρώτο συγκρότημα πόλης υπό αυτές τις συνθήκες, για τούτο συνιστά την αφετηρία από όπου δόθηκε μία ολοκληρωμένη απάντηση στο ερώτημα: ποια είναι η μία και μοναδική αρχή, δύναμη και εξουσία στον κόσμο; Για πρώτη φορά ο πολιτισμός της πόλης περιστρέφεται γύρω από αυτό το ερώτημα, δίνοντας μία πνευματική απάντηση και όχι μόνο κοσμική.    

Σάββατο, 1 Μαΐου 2010

Το νόημα του μύθου ή/και ο μύθος του νοήματος



Ο μύθος είτε μέσα από την προφορική παράδοση είτε δια της καταγεγραμμένης παρουσίας, δηλαδή μέσα από τη σημερινή Τέχνη της αναπαράστασης και μυθοπλασίας, εκφράζει μία μορφή ετερότητας. Αναπαριστά και εκφράζει επιθυμίες, δομές, σκέψεις και συναισθήματα, λειτουργώντας συχνά ως αναπλήρωμα. Οι μύθοι ως ορίζοντες του υποκειμένου, αλλά και ως απόκρυφα φανερώματα αυτού που διακαώς επιθυμεί να υπάρξει είναι ένας άλλος τρόπος για τη διέξοδο της επιθυμίας προς την τάξη του σημαίνοντος, όπως θα έλεγε ο Ζακ Λακάν. Το παίγνιο της αναλογίας υφίσταται εκεί όπου τίποτε δεν το προμηνύει. Συμπλοκές, συμπλεύσεις, αντιστοιχίες, αντανακλάσεις, τρόποι παραπομπής και συνδήλωσης, συγχρονικότητες, μεταφορές και συμπτώσεις υφαίνουν το μυθικό δίχτυ του νοήματος. Οι μύθοι δεν εκφράζουν τις κοινωνικές δομές, αλλά συνιστούν μία διαμορφωτική πρακτική.

Ο μυθικός λόγος και η μυθοπλαστική γραφή δεν αφηγούνται πάντα. Συχνά υποδηλώνουν δια μέσου της αλληγορίας και της αναλογίας κάτι άλλο. Υποδεικνύουν, παίζοντας το παιχνίδι της δυαδικότητας. Οργανώνοντας συχνά τις υπερδομές και αποτελώντας τις συνιστώσες της δράσης, το μυθικό πλέγμα αφορά την ίδια την υφή του πραγματικού. Είναι μία άλλη πραγματικότητα μέσα στην πραγματικότητα, ενώ ταυτίζεται συχνά με την ίδια την πραγματικότητα. Τούτο γίνεται όταν δεν την κρύβει και δεν την καλύπτει σκοπεύοντας στο να την προχωρήσει και να την καθοδηγήσει. Είναι μία υπαινικτική μορφή δείχνοντας την έλευση του νέου. Η επερχόμενη διαφορά, δεν καταντά έτσι μία ύβρη. Οι εντυπώσεις και οι εμπειρίες από το περιβάλλον αφήνουν τα σημάδια τους πάνω στον άνθρωπο. Συχνά η επίταση αυξάνει και γίνεται το βήμα προς την ελευθερία, που μπορεί να πάρει μία υπέρλογη διέξοδο κατευθυνόμενη πέρα από το όντως ον. Μέσα από το έωλο αλισβερίσι του ίδιου και του άλλου, το νόημα του μύθου μπορεί, ωστόσο, να γίνει ο μύθος του νοήματος.

Μακριά από τις κατοικίες των ανθρώπων υπάρχει το ταξίδι προς στο άγνωστο. Σε μία νέα γη σε έναν άλλον τόπο, όπου ο χρόνος είναι ο μυθικός. Όπως και οι λαοί χωρίς γραφή, έβλεπαν την αφανή παρουσία των μεγάλων οντοτήτων, των θαυμαστών προγόνων, γυρεύοντας την αρχή και το τέλος, αν και το ζητούμενο είναι το απεριόριστο. Το παράδοξο είναι ότι η λησμονιά του εαυτού οδηγεί και πάλι στον εαυτό. Ο μυθικός και ονειρικός εμπλουτισμός του επιπέδου της συνείδησης αυξάνει την εμπειρία και επιμηκύνει το βίο. Ή καλύτερα τον προεκτείνει. Όλοι οι μύθοι μιλούν για την εμπειρία της καθ’ ομοίωσης. Για τους θνητούς και φθαρτούς ανθρώπους η μυθική επένδυση του σώματος και η συνείδηση που υπερβαίνει τον εαυτό της οδηγούν σε μία μορφή αναγωγής στο άχρονο. Με υπερανθρώπινο τρόπο δεν καταργούν το οικείο, ούτε πάλι διαλύονται μέσα στη νοησιαρχία των καθόλου.

Εν όψει του μυθικού ορίζοντα υφαίνεται ένας περίτεχνος χωροχρόνος, όχι μέσα πάντα από την αντίθεση, αλλά συχνά μέσα από τη συμπλοκή και τη συμπόρευση. Το άλλο σώμα και η άλλη συνείδηση συνιστούν τη μεταφυσική ως διαφορά εντός της ταυτότητας. Είτε δια της υπερβολής του λόγου, είτε δια του μυθικού πλαισίου, ό,τι μας συνιστά αναγκαστικά, μοιάζει να διαλύεται. Τούτο άραγε σημαίνει πως ότι νομίζουμε ως πραγματικό είναι μία μελανή οπή που απορροφά τα πάντα μέσα σε έναν γνόφο που δεν είναι θείος; Οι μυλόπετρες του μηδενός συνθλίβουν τη συνείδηση, το λόγο, την πράξη, την κοινωνία, τη δομή, την κίνηση, την απάθεια ή το πάθος, μετατρέποντάς τα σε σκόνη; Ο Νιτσεϊκός μηδενισμός και το Χαιντεγκεριανό ανερώτημα σχετικά με την έλλειψη νοήματος έχουν άραγε μεγάλο ποσοστό αλήθειας; Είναι με άλλα λόγια αληθινή η πεποίθηση πως ό,τι μας περικλείει είναι μόνο ένα μέγα χάσκον τίποτε και εμείς απλώς σκοποθετούμε μέσα σε αυτό; Ω μεγάλο άστρο! Τι θα ήταν η ευτυχία σου, αν δεν είχες αυτούς που φωτίζεις; αναρωτιέται ο Ζαρατούστρα, δείχνοντας ακριβώς πόσο κενές περιεχομένου και ανταπόκρισης στην πραγματικότητα είναι κάποτε οι σκέψεις και οι ιδέες των κατοίκων του πλανήτη, είτε είναι μυθικές ή άλλες. Δείχνοντας, επίσης, πως ο κόσμος δεν έχει νόημα χωρίς τον μυθολόγο άνθρωπο. Όμως να που, ακόμη και η αντίθετη ερμηνεία μπορεί να υποστηριχτεί κάλλιστα εδώ• ο άνθρωπος, όντας ο μόνος που δίνει νόημα στα πράγματα, είναι σαν να στέκεται εμπρός στον τρόμο και την αγωνία του τίποτε. Ο άνθρωπος είναι αυτός που δίνει νόημα μυθικό ή αληθινό στον κόσμο, γιατί δεν μπορεί να κάνει αλλιώς, γιατί δεν ξέρει τίποτα άλλο παρά να προχωρά εμπρός• γιατί, ακόμη, έχει την υποψία ότι ακόμη και ο ίδιος ίσως είναι ο τελευταίος μυθολόγος και νοηματοδότης του σύμπαντος. Ίσως στην πραγματικότητα είναι ο Θεός που χρειάζεται τον άνθρωπο, ο οποίος δημιουργεί τους μύθους για το υπερφυσικό, και όχι ο άνθρωπος τον Θεό, που σημαίνει ότι ο άνθρωπος θα στερηθεί τους μύθους του.

ΟΙ ΟΥΤΟΠΙΕΣ ΚΑΙ ΤΟ ΕΠΙΧΕΙΡΗΜΑ ΑΠΟΔΕΙΞΗΣ ΤΟΥ ΘΕΟΥ

      
Είναι αξιοσημείωτος ο τρόπος που ο Άνσελμος της Κανταβρυγίας απέδειξε την ύπαρξη της Θεότητας, και μπορεί να συσχετιστεί με τη δυνατότητα ύπαρξης ή όχι των ουτοπιών. Η βασική θέση ήταν πως η ιδέα του Θεού είναι το πιο γενικό ον που μπορούμε να σκεφτούμε. Για έναν ρεαλιστή πλατωνικό φιλόσοφο του Μεσαίωνα, ο οποίος συμβιβαζόταν με τον Παπικό ολοκληρωτισμό της εποχής του, όσο πιο γενική ήταν μία ιδέα – και ο Θεός είναι η πιο γενική που υπάρχει – τόσο περισσότερο αληθινή είναι. Επίσης, ως η πιο γενική, η ιδέα του Θεού, είναι και η πιο τέλεια. Όμως για να υπάρχει μέσα σε εμάς, που είμαστε ατελή όντα, μία τόσο τέλεια ιδέα δεν μπορεί παρά να προήλθε από κάποιον ή κάτι άλλο. Το γεγονός ότι υπάρχει αυτή η τελειότητα μέσα μας σημαίνει ότι υπάρχει και έξω από εμάς. Το επιχείρημα αυτό λίγο πολύ ανέπτυξε και ο Ρενέ Ντεκάρτ στο έργο του Λόγος περί της Μεθόδου. Εκεί συνέδεσε τη σκέψη με την ύπαρξη και την αλήθεια. Έπρεπε να έρθει ο Ιμμάνουελ Κάντ για να δείξει πως ότι υπάρχει μέσα στον νου μας δεν μπορεί να υπάρχει απαραίτητα και στον εξωτερικό κόσμο. Ο Άνσελμος, όπως και ο Ντεκάρτ, με το οντολογικό επιχείρημα της ύπαρξης του Θεού, ταύτιζαν το είναι με το νοείν, ακολουθώντας την πανάρχαια παράδοση του Παρμενίδη. Η κριτική σκέψη του Κάντ ανεξαρτοποίησε το είναι από το νοείν, επιφέροντας μία βαθιά τομή στην ύπαρξη του ανθρώπου και εισάγοντας μία ουσιαστικώς διαφορετική γνωσιοθεωρία και οντολογία. Για να αληθεύει, όμως, μία πρόταση π.χ. μία ουτοπική πόλη που έχει κανείς κατά νου, αυτή θα πρέπει κάπου να υπάρχει. Μπορεί να υπάρχει εν δυνάμει ή να υπάρχει σε έναν extra-γεωγραφικό χώρο. Η αλήθεια συνίσταται πράγματι στην ταυτότητα, ισοδυναμία ή αντιστοιχία του νοείν με το είναι. Μπορεί να νοούμε κάτι και να μην υπάρχει, άρα λένε πως αυτό είναι ψευδές. Μπορεί, όμως, να υπάρχει κάτι που δεν το νοούμε και τότε θα πουν βέβαια πως και αυτό είναι ψευδές. Επομένως, αυτός ο ορισμός της αλήθειας από κάπου μπάζει νερά. Όχι μόνο οι ουτοπίες, αλλά και  τα πλάσματα της φαντασίας και όλες αυτές οι αιρετικές και τερατώδεις ιδέες που κατά καιρούς σκέφτηκαν κάποιοι άνθρωποι είναι ψευδείς, επειδή δεν υπάρχουν πουθενά. Επίσης, το πλήθος των ανεξήγητων (φορτεανών) φαινομένων, των παράξενων γεγονότων και των μη-πιστευτών, που όμως πράγματι έλαβαν χώρα κάπου κάποτε, εξορίζονται από το βασίλειο της αλήθειας, διότι δεν εξηγούνται, άρα δεν νοούνται. Ο ορισμός της αλήθειας ως ταύτιση του νοείν με το είναι λειτουργεί άλλοτε θετικά, όταν νομιμοποιείται δηλαδή να ομιλούμε για ουτοπικές πόλεις, και άλλοτε αρνητικά, όταν λειτουργεί ελεγκτικά, αποκλείοντας ό,τι δεν συμφωνεί με την εξουσιαστική του κρίση. Το φανταστικό και το ψευδές υπεισέρχονται, τόσο στην αρχαιοελληνική και μεσαιωνική σκέψη, όπου το νοείν ταυτίζεται ως μονόδρομος με το είναι και έχουμε την ισοδυναμία rei et intellectus, αλλά και στα νεότερα χρόνια, όταν αποχωρίζεται αυτό που σκεφτόμαστε από το πραγματικό. Η αρχή της ισοδυναμίας ή αντιστοιχίας λειτουργεί σαν δίκοπο μαχαίρι ανάλογα με τις περιστάσεις. Έτσι και ο ίδιος ο Ι. Κάντ, όταν κατηγορούσε τον Άνσελμο και τον Ρ. Ντεκάρτ, ότι άλλο πράγμα αυτό που σκέφτηκαν και άλλο η πραγματικότητα, έκανε έναν διαχωρισμό για να αποδείξει το ψευδές περιεχόμενο του νου τους.

Η κριτική του Κάντ στηρίχτηκε στο ότι δεν είναι το ίδιο το να σκεφτείς μία γενική ιδέα και να πεις ότι αυτή κάπου υπάρχει και το να σκεφτείς π.χ. 100 ευρώ και αυτά να μην τα έχεις. Στο δεύτερο παράδειγμα, όταν δηλαδή σκέφτομαι 100 ευρώ και αυτά δεν τα έχω, τούτο δεν σημαίνει ότι δεν υπάρχουν κάπου, αλλά ότι δεν τα έχω εγώ, γιατί σκεπτόμενος με τη λογική θεωρώ ότι υπάρχουν αλλού τα 100 ευρώ. Ό,τι υπάρχει αληθινά, δηλαδή αντικειμενικά στην εξωτερικότητα υπάρχει και στον νου μας ή όχι; Το γεγονός ότι οι νεότεροι, όπως ο Ι. Κάντ αίρουν την ταύτιση νοείν και είναι, τούτο γίνεται στο επίπεδο του δεύτερου παραδείγματος με τα ευρώ. Όμως, εάν κάτι υπάρχει μέσα μου, αλλά δεν υπάρχει εξωτερικά, δεν σημαίνει πως αυτό είναι ψευδές. Μπορεί α) να είναι εν δυνάμει και/η β) να υπάρχει σε έναν άλλο ιδεατό κόσμο, καθώς προείπαμε και όπως θα έλεγε ένας πλατωνικός.  Ο ορισμός της αλήθειας ως ταύτισης του περιεχομένου της σκέψης με το πραγματικό δεν μπορεί να αρθεί έτσι εύκολα. Το θέμα είναι ότι, ενώ η αρχαιότητα και ο μεσαίωνας θεωρούσαν de facto ό,τι σκεφτόντουσαν ως αληθινό, θεωρώντας ως κριτήρια της αλήθειας είτε το Θεό είτε το ανθρώπινο υποκείμενο, στα νεότερα χρόνια εκτός από την κριτική στη μεταφυσική, ήρθε η ώρα που ακόμη και το ανθρώπινο υποκείμενο έπαψε να αποτελεί τον βέβαιο εγγυητή της αλήθειας. Έτσι και ο Καντιανός μονισμός του υποκειμένου, στον οποίο οδήγησε αυτή η κριτική του Κάντ στη Μεσαιωνική παραδοσιακή σκέψη, τα βρήκε μπαστούνια. Τούτο δεν σημαίνει ότι το υποκείμενο δεν κατέχει την αλήθεια. Διότι το σκεπτόμενο εγώ είναι ο μόνος φορέας άσκησης κριτικής της γνώσης. Το ανθρώπινο υποκείμενο, όμως, μπορεί να κάνει λάθος ή να λέει ψέματα. Εκεί ακριβώς, όπου κάποιοι παραδοσιακοί φιλόσοφοι τοποθετούσαν ένα έξω-υποκειμενικό θεμέλιο για την αλήθεια, όπως είναι π.χ. ο Θεός, κάποιοι άλλοι μεταμοντέρνοι, όπως οι Στρουκτουραλιστές και οι Σημειολόγοι τοποθέτησαν τη γλώσσα. Υπέταξαν, όμως, τα πάντα στη δομή και απομακρύνθηκαν από την ιστορικότητα και την ελευθερία. Δεν μπόρεσαν με παραμέτρους γλωσσικές και δομικές να ερμηνεύσουν τη δημιουργία του νέου νοήματος και το απρόβλεπτο και δυναμικό άνοιγμα, που προκύπτει από κάθε ενέργεια του ανθρώπου. 

Κάθε ουτοπία, αποτελεί ένα ελπιδοφόρο κίνητρο για να βελτιώσουμε τις πόλεις μας, σκεπτόμενοι πάντα το ιδανικό αρχέτυπο όλων των πόλεων, την τέλεια παραδείσια πόλη. Το ζήτημα είναι εάν υπάρχει ή όχι αυτή η ιδεώδης πόλη, εάν υπάρχει μέσα στον νου μας ή σε έναν εξτρα-γεωγραφικό χώρο. Σίγουρα δεν υπάρχει στην πραγματικότητα. Ωστόσο, όσον αφορά τις μεγαλύτερες αλλά φθαρτές υλοποιήσεις δύναμης του ανθρώπου που λέγονται πόλεις ενέχουν πόνο και η δυστυχία, που δεν είναι κακά καθαυτά αλλά ανήκουν στην πραγματικότητα και υπάρχουν στο βαθμό που υπάρχει ο άνθρωπος. Χωρίς τον άνθρωπο ολόκληρος ο κόσμος δεν θα είχε νόημα. Οι ουτοπίες είναι προιόντα της δημιουργικής φαντασίας και της ανθρώπινης διάνοιας, άρα εξαρτώνται από τη δυνατότητα που έχει ο άνθρωπος να προσεγγίζει την πραγματικότητα.

Η αληθοποίηση ή διάψευση των ουτοπιών  συνδέεται λοιπόν με την ανθρώπινη μοίρα στον κόσμο. Αν δούμε τη ζωή των πόλεων πέραν των θεολογικών κατηγοριών του καλού και του κακού, τότε ένα τυχαίο δράμα εκτυλίσσεται καθημερινά εκεί. Τούτο δεν σημαίνει ότι δεν έχει νόημα ή ότι είναι άννοο. Υπάρχει από μόνο του. Όμως τι θα ήταν ο κόσμος χωρίς τον άνθρωπο, τον νοηματοδότη και βασιλιά του; Ο κόσμος ίσως κινδυνέψει κάποτε ακόμη πιο σοβαρά από ότι τώρα, από τους βασιλείς και επικυρίαρχους του, όταν τα όρια δεν τα θέτει πια κυρίως ο κόσμος, αλλά ο ίδιος ο άνθρωπος. Με άλλα λόγια, ο κόσμος θα κινδυνέψει, όταν η ουτοπική σκέψη βρει στ' αλήθεια το δρόμο προς την πραγματικότητα, και ταυτιστεί μαζί της. 

Η ύπαρξη του πλήθους των δυστοπιών είναι μία απόδειξη όχι μόνο της αντικειμενικής ύπαρξης της κακότητας, αλλά και της ύπαρξης του μεταφυσικού και διανοητικού κακού. Φαινομενικά το ίδιο οντολογικό επιχείρημα της απόδειξης της ύπαρξης του θεικού μπορεί να ισχύσει και για την ύπαρξη του κακού. Αρχίζοντας ανάποδα από ότι θα συνηθίζε κανείς στο παρελθόν αλλά και σήμερα, η αναγνώριση της κακότητας, έστω και ως στέρηση του Αγαθού, ως επί το πλείστον από αγίους, όπως ο Μάξιμος ο Ομολογητής, όταν περιγράφει την κόλαση,  και ομιλεί για "τριγμούς οδόντων", ο Δάντης όταν γραφει το ποιητικό του έργο, έως τα σύγχρονα μεταφυσικά θρίλερ, κ.α. μπορεί να είναι μία απόδειξη της έστω νοητικής ύπαρξής του. Με τη διαφορά ότι η αναγνώριση της ύπαρξής του πάλι έγκειται στα ηθικά και γνωστικά ανθρώπινα κριτήρια. Συνήθως λοιπόν όταν κάποιος θέλει να αποδείξει την ύπαρξη του κακού λαμβάνει παραδείγματα από την κοινωνική πραγματικότητα, λησμονώντας τότε ότι ακόμη και αυτή θα πρέπει να ενταχθεί μέσα στον φυσικό κόσμο, όπως και ο άνθρωπος, άρα η αναγνώριση της ύπαρξης του κακού έγκειται στις δικές του προσλαμβάνουσες ως ανθρώπου, στο ανθρώπινο είδος. Ένας λέων όταν σκοτώνει για να καταβροχθίσει μία αντιλόπη και η ίδια η αντιλόπη, εντάσσονται στην αλυσίδα της φύσης, όπου δεν εμφιλοχωρεί καμία ηθική. Ακόμη και η ίδια η ηθική και η επινόηση των αρμονικών και άρτια δομημένων ουτοπιών, δεν είναι παρά ένα πολιτιστικό τέχνασμα για να επιβληθεί ο άνθρωπος όσο μπορεί πιο απόλυτα στους ομοίους του, στον εαυτό του και σε ό,τι τον περιβάλλει.